Άρθρα

Τεύχος: 14 (59)

  • Το άρθρο αυτό ξεκινά με μια ματιά σε αυτό που κατέληξε να καλείται παγκόσμια περιβαλλοντική εκπαίδευση, πριν συνεχίσει τη διερεύνηση δύο νέων και εξαιρετικά σημαντικών περιοχών ανάπτυξης που εμπίπτουν στον τομέα αυτό: την εκπαίδευση για την κλιματική αλλαγή και την εκπαίδευση για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών. Στη συνέχεια εξετάζονται η διασύνδεση μεταξύ των δύο αυτών περιοχών και ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται με τους γενικούς τομείς της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης για την αειφορία. Επίσης, σε ολόκληρο το κείμενο παρουσιάζονται παραδείγματα αξιόλογης πρακτικής.
  • This article begins by looking at key features of what has come to be called global environmental education before going on to explore two new and hugely important areas of development falling within the field: climate change education and disaster risk reduction education. The interface between the two areas and how they relate to the general fields of environmental and sustainability education is then examined. Examples of noteworthy practice are given throughout.

Τεύχος: 13 (58)

  • Οι έννοιες της αειφορίας και της αειφόρου ανάπτυξης δημιουργούν συχνά παρανοήσεις, λόγω και του σχετικά ασαφούς περιεχομένου τους. Η κριτική που έχει ασκηθεί από αρκετούς ερευνητές, τόσο στις προηγούμενες έννοιες, όσο και σε αυτή της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη αποτελεί αντικείμενο του κειμένου αυτού. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή εξετάζει την εξέλιξή τους, μετά και την ολοκλήρωση της δεκαετίας της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι φανερή η απουσία διαδικασιών συμμετοχικού διαλόγου από την κοινωνία των πολιτών ή την εκπαιδευτική κοινότητα, κατά τη φάση της εισαγωγής και προώθησής τους από διεθνείς οργανισμούς. Προτείνεται μια περισσότερο κριτική θεώρηση των εννοιών αυτών, έναντι της χωρίς όρους αποδοχής και χρήσης τους από την εκπαιδευτική κοινότητα στο πλαίσιο και της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης.
  • Η παρούσα εργασία αναφέρεται σε μία διδακτική μέθοδο, την Ιστοριογραμμή/Storyline. Συζητά το αν αυτή μπορεί να εφαρμοστεί ως μια εναλλακτική μορφή ενταξιακής παιδαγωγικής προσέγγισης για την εκπαίδευση μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες μέσα από ένα παράδειγμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Το κείμενο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται αδρά η πορεία της ειδικής αγωγής στην Ελλάδα από πλευράς εθνικής πολιτικής και εκπαιδευτικής πρακτικής. Ακόμη, διασαφηνίζονται οι όροι «ένταξη» και «ενταξιακή εκπαίδευση», ενώ επιχειρείται η σύνδεσή της με την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και τη διαφοροποιημένη διδασκαλία. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται η Ιστοριογραμμή/Storyline ως μία διδακτική μέθοδο, που συνδέεται με την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και την Ενταξιακή Εκπαίδευση. Τέλος, υποστηρίζεται ότι η Ιστοριογραμμή/Storylineμπορεί να επιφέρει θετικές αλλαγές στην συνεκπαίδευση μαθητών με και χωρίς ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο πλαίσιο της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, να δράσει επικουρικά στο έργο των εκπαιδευτικών, και να συμβάλλει αποτελεσματικά στην εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

Τεύχος: 12 (57)

Τεύχος: 11 (56)

  • Βασικοί στόχοι της έρευνας ήταν η διερεύνηση και καταγραφή των αντιλήψεων, απόψεων και στάσεων των φοιτητών υποψήφιων επαγγελματιών στο χώρο του φυσικού περιβάλλοντος για το περιβάλλον και τα συνδεόμενα με αυτό ζητήματα. Η έρευνα διενεργήθηκε τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2014 στο πλαίσιο διπλωματικής εργασίας του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση» του Τμήματος Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Στην έρευνα συμμετείχαν 101 τελειόφοιτοι σπουδαστές των Τμημάτων Γεωπονίας και Δασολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και η ερευνητική τεχνική ήταν αυτή ενός «κλειστού τύπου» ερωτηματολογίου.
  • Η αξιολόγηση του περιβαλλοντικού προγράμματος με τίτλο “Σκασιαρχείο Volunteens στη φύση” που υλοποιείται στο Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τη σχολική χρονιά 2015-2016 με μαθητές Β’ και Γ’ Γυμνασίου προτείνεται να είναι δυναμική αξιολόγηση, με «διοικητικοκεντρική» προσέγγιση και χρήση του μοντέλου CIPP (Context, Input, Process, Product). Το θεωρητικό πλαίσιο αξιολόγησης προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη προτάσεις αξιολόγησης της βιβλιογραφίας και συνδυαστούν τόσο με τους στόχους της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης σύμφωνα με το ΔΕΠΠΣ της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όσο και με τα δομικά στοιχεία του προγράμματος και τις φάσεις αξιολόγησης του μοντέλου CIP
  • Τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, θεσμός που στην Ελλάδα ανήκει εξ ολοκλήρου στο Υπουργείο Παιδείας, έχουν αναλάβει σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση, επιμόρφωση και εκπαίδευση για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση/ Εκπαίδευση για την Αειφόρο Ανάπτυξη. Ο ρόλος τους αναδεικνύεται κομβικός, καθώς o κτηριακός και άλλος εξοπλισμός που διαθέτουν, τους δίνει τη δυνατότητα να επιμορφώσουν εκπαιδευτικούς, μαθητές και την τοπική κοινότητα, σε θέματα που σχετίζονται με το περιβάλλον και την αειφορία και γενικότερα θέματα που απασχολούν την εκπαιδευτική κοινότητα και την κοινωνία.

Τεύχος: 10 (55)

Τεύχος: 9 (54)

Τεύχος: 8 (53)

Τεύχος: 7 (52)

  • Στην εργασία αυτή μελετήθηκε αν η εμφάνιση ενσυναισθητικών αντιδράσεων στα παιδιά προσχολικής ηλικίας απέναντι στα ζώα και τα συναισθήματα συμπάθειας και συμπόνιας που συνοδεύουν τις ενσυναισθητικές αντιδράσεις σχετίζονται με τα δημοφιλή και μη δημοφιλή ζώα. Συμμετείχαν 20 παιδιά προσχολικής ηλικίας τα οποία φοιτούσαν σε ένα νηπιαγωγείο στο Ν. Δράμας και η ερευνητική τεχνική ήταν αυτή της ατομικής συνέντευξης με χρήση βοηθητικού υλικού. Στα ευρήματα καταγράφεται ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας εμφανίζουν ενσυναισθητικές αντιδράσεις που απευθύνονται στα ζώα και ότι οι ενσυναισθητικές αυτές αντιδράσεις συνοδεύονται από συναισθήματα συμπάθειας και συμπόνιας που οδηγούν σε ανάληψη δράσης.
  • Στο κείμενο αποτυπώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία μέσω της δραματοποίησης (θεατρικό παιχνίδι), κατά την οποία οι μαθητές αντιλαμβάνονται τις περιβαλλοντικές, οικονομικές, πολιτισμικές, αλλά και ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαστάσεις των μέσων μεταφοράς στην πόλη και ως ενεργοί πολίτες τις αναδεικνύουν στην τοπική κοινωνία με εργαλείο τη θεατρική δράση. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης συμμετείχε επιτυχώς και στο Πρόγραμμα για τη Σχολική Καινοτομία, “Μένων” του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), σύμφωνα με τις απαιτήσεις του οποίου: “οι εκπαιδευτικοί που θα συμμετάσχουν στο Πρόγραμμα καλούνται να αποτυπώσουν και να ανταλλάξουν εμπειρίες και γνώσεις και να αναδείξουν αποτελεσματικές καινοτόμες πρακτικές, μέσω της συνεργασίας τους είτε με εκπαιδευτικούς άλλων σχολείων είτε με κοινωνικούς φορείς είτε με φορείς της πολιτιστικής και επιστημονικής κοινότητας, ή/και με φορείς του επιχειρηματικού κόσμου.

Τεύχος: 6 (51) - 2014

  • Αρκετά συχνά έχουμε ακούσει κριτική για πρακτικές που ακολουθούνται στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (ΠΕ) του τύπου: «μα αυτό που κάνει δεν είναι ΠΕ». Τέτοιου είδους εκφράσεις προφανώς υπονοούν ότι η ΠΕ είναι ενιαίο πεδίο πολύ συγκεκριμένο και αυστηρά οριοθετημένο ως προς τους στόχους, το περιεχόμενο και τις ακολουθούμενες πρακτικές, και επιπλέον κοινά αποδεκτό. Συμβαίνει όμως πράγματι κάτι τέτοιο;
  • Η καλλιέργεια ενεργών πολιτών αποτελεί βασική επιδίωξη της εκπαίδευσης για το περιβάλλον και την αειφορία. Στην εργασία αυτή εξετάζεται η έννοια και το περιεχόμενο του ενεργού πολίτη ως κρίσιμη για την αντιμετώπιση των σύγχρονων περιβαλλοντικών προβλημάτων. Συζητούνται ζητήματα σε σχέση με τα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις του ενεργού πολίτη καθώς επίσης, με τις διαδικασίες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της εκπαίδευσης για το περιβάλλον και την αειφορία για την καλλιέργεια του. Τέλος, διαπιστώνονται βασικές προκλήσεις που τα σύγχρονο σχολείο καλείται να αντιμετωπίσει σε παιδαγωγικό και κοινωνικό επίπεδο προκειμένου να συμβάλει στην καλλιέργεια ενεργών πολιτών.

Τεύχος: 5 (50) - 2014

Τεύχος: 4(49) - 2013

Τεύχος: 3 (48)

  • Η σύνδεση της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (ΠΕ) με τις παραδοσιακές Φυσικές Επιστήμες (ΦΕ) του σχολείου, που δίνουν έμφαση στην απόκτηση ακαδημαϊκού χαρακτήρα γνώσης, υπήρξε αντικείμενο συζήτησης καθώς θεωρήθηκε ότι η σύνδεση αυτή ενέχει τον κίνδυνο υποβάθμισής της και προαγωγής μιας τεχνοκρατικής θεώρησης για τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον. Από το τέλος της δεκαετίας του ’80 σε παγκόσμιο επίπεδο, με επίκεντρο την ανταπόκριση της εκπαίδευσης στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, επιχειρείται η αναμόρφωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που αφορούν μεταξύ των άλλων και αυτά των ΦΕ. Στα νέα προγράμματα κυρίαρχη φαίνεται να είναι η τάση σύνδεσης της επιστημονικής γνώσης με κοινωνικά θέματα μεταξύ των οποίων φυσικά συμπεριλαμβάνονται και τα περιβαλλοντικά. Για το λόγο αυτό, παρουσιάζει ενδιαφέρον η διερεύνηση των προοπτικών σύνδεσης της ΠΕ με τις ΦΕ στο πλαίσιο των νέων τάσεων προκειμένου να αναδειχτούν εκείνες οι δυνατότητες που θα αποβούν αμοιβαία ωφέλιμες και για τα δυο πεδία.
  • Το Βραβείο Αειφόρου Σχολείου είναι ένας θεσμός με τη μορφή διαγωνισμού μεταξύ σχολείων, για την αλλαγή προς ένα αειφόρο σχολείο. Τελεί υπό την αιγίδα του ΥΠΑΙ.Θ.Π.Α. Στηρίζεται σε 40 πρωτότυπους «δείκτες αειφόρου σχολείου» χωρισμένους σε τρεις τομείς (Παιδαγωγικό, Κοινωνικό/Οργανωσιακό, Περιβαλλοντικό). Κάθε δείκτης υποδηλώνει ορισμένες δράσεις εκ μέρους των εκπαιδευτικών και των μαθητών. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς το σχολείο εισάγει για κάθε δείκτη μια τιμή (με βάση τις δράσεις που έχει αναπτύξει) και το άθροισμα αυτών των τιμών δίνει την τελική βαθμολογία του σχολείου με την οποία γίνεται η κατάταξη και η βράβευση. Τα σχολεία παίρνουν μέρος στον πανελλήνιο διαγωνισμό προαιρετικά και στην εργασία αυτή εξετάζουμε τη συμμετοχή μαθητών και εκπαιδευτικών στο σχολικό πρόγραμμα δράσης του Βραβείου Αειφόρου Σχολείου, σε σχέση με τον τύπο και τη βαθμίδα του σχολείου.
  • Πολλές από τις μεθοδολογίες της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (Π.Ε.), όπως τα σχέδια εργασίας (μέθοδος project), έλκουν την καταγωγή τους από το προοδευτικό παιδαγωγικό κίνημα των αρχών του 20ου αιώνα. Στην Ελλάδα κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του κινήματος υπήρξαν ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Μίλτος Κουντουράς. Η επαφή με τη φύση, οι περίπατοι και οι εκδρομές ήταν στοιχεία στα οποία έδιναν ιδιαίτερη έμφαση και μπορούν να θεωρηθούν πρωτόλειες μορφές Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Ωστόσο, το έργο τους δεν έχει βρει ολοκλήρωση στο ελληνικό σχολείο μέχρι σήμερα. Όχι μόνο η συνάφεια με τη δουλειά που γίνεται σήμερα στα προγράμματα Π.Ε. δεν έχει αναγνωριστεί, αλλά και η δημοκρατική συμμετοχή των μαθητών και των μαθητριών στις εκπαιδευτικές, διοικητικές και θεσμικές διαδικασίες, η λειτουργία του σχολείου ως μια δημοκρατική κοινότητα, δεν μπόρεσαν να βρουν τρόπο εφαρμογής στις σχολικές συνθήκες που παραμένουν στεγνές, περιοριστικές και αποστειρωμένες. Η επανασύνδεση με τις παραδόσεις του ελληνικού προοδευτικού παιδαγωγικού κινήματος μπορεί να προσδώσει στην Π.Ε. όχι μόνο ιστορικό βάθος και τοπικά δοκιμασμένα παραδείγματα, αλλά να βελτιώσει τις πρακτικές της και να αναδείξει το πλήρες δυναμικό που αυτή μπορεί να λάβει, με όλες τις ριζοσπαστικές εκδοχές.
  • Στην παρούσα εργασία αρχικά γίνεται μια σύντομη παρουσίαση των κυριότερων διαστάσεων της υφιστάμενης κρίσης αλλά και των βασικών αρχών της Κριτικής Παιδαγωγικής και της Εκπαίδευσης για το Περιβάλλον και την Αειφορία ώστε να διαφανούν τα κοινά τους στοιχεία και να αναδειχτεί η επικαιρότητα τους στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Στη συνέχεια, η ένταξη των θέσεων και των πρακτικών των κριτικών παιδαγωγών στην εκπαίδευση μέσα από μια κριτική θεώρηση/αποτίμηση αποτελεί σημαντική πλευρά της εργασίας, προκειμένου αυτή να λειτουργήσει αναστοχαστικά για κάθε ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό στην ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή που διανύουμε. Τέλος, επιλέγονται και παρατίθενται αποσπάσματα του λόγου του Freire, ως του σημαντικότερου εκπρόσωπου της Κριτικής Παιδαγωγικής, εν είδει προβληματισμών που ενέχουν προτάσεις.

Τεύχος: 2 (47)

  • Για όσους ενδιαφέρονται για την ευημερία των ανθρώπων και του πλανήτη, η εκπαίδευση για τη βιώσιμη ανάπτυξη φαίνεται να είναι ένα θετικό βήμα προς τα εμπρός. Αλλά, το ζεστό, φλου συναίσθημα που προκαλεί, καλύπτει μία άρνηση αντιμετώπισης μιας σειράς ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν, εάν η πρόθεσή μας είναι η δημιουργία ενός αειφόρου μέλλοντος. Η εκπαίδευση για τη βιώσιμη ανάπτυξη αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει την έσχατη απειλή που έχει δημιουργηθεί στα περιβάλλοντα και στις κοινωνίες μέσω της ανεξέλεγκτης οικονομικής μεγέθυνσης, με τον ίδιο τρόπο που αποφεύγει τη βασική κριτική του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, που έχει ως στόχο να μετατρέψει τον πλανήτη σε μία παγκόσμια αγορά. Η κοινή παραδοχή ότι οι περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις της αειφορίας είναι συμπληρωματικές, χρειάζεται να διερευνηθεί, γιατί το εάν αυτό είναι εφικτό δεν είναι δεδομένο. Είναι συμπληρωματικές μόνο εάν απομακρυνθούμε από ένα τρόπο σκέψης που σχετίζεται με τη μεγέθυνση.
  • Όταν το 1991 είχαμε την ιδέα με τη Βέτα την Τσαλίκη να καλέσουμε τους εκπαιδευτικούς που τότε ασχολούντο με την ΠΕ στο δημαρχείο της Τριανδρίας για μια συζήτηση που οδήγησε στην ίδρυση της ΠΕΕΚΠΕ, δεν είχαμε ιδέα για την εκπαιδευτική έκρηξη που θα επακολουθούσε τα επόμενα 20 χρόνια στο χώρο της ΠΕ. Αρκεί να σκεφτούμε ότι για παράδειγμα οι Λέκκας κ.σ. (2005: 370-372)[i] αναφέρουν ότι ανάμεσα στο 2002 και το 2005 υλοποιήθηκαν 18893 προγράμματα στα ελληνικά σχολεία στα οποία συμμετείχαν σχεδόν 100.000 παιδιά που αντιπροσώπευαν περίπου το 3% του μαθητικού πληθυσμού και 10000 εκπαιδευτικοί. Ήταν η πρώτη μαζική κίνηση μετά τη Μεταπολίτευση που άνοιξε έναν εναλλακτικό εκπαιδευτικό δρόμο εξαιρετικά δύσβατο στα χρόνια της δεκαετίας του 80 και στις αρχές του 90, έσωσε χιλιάδες «ανήσυχους» εκπαιδευτικούς (και παιδιά) από την αλλοτρίωση και μας εφοδίασε με αξιοπρέπεια σώζοντας την αυτοεικόνα μας.
  • Με αφορμή απόψεις που διατυπώθηκαν στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση εξετάζουμε τους σκοπούς και τους στόχους της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Λαμβάνουμε υπόψη τι προβλέπουν τα κείμενα διεθνών διασκέψεων για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και προχωράμε σε μια επί της ουσίας συζήτηση. Συμπεραίνουμε ότι η κατανόηση των περιβαλλοντικών προβλημάτων είναι απαραίτητη για τη λύση τους, κατά συνέπεια ο ρόλος των Φυσικών Επιστημών στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση ήταν και είναι σημαντικός. Αλλά η γνώση από μόνη της δεν αρκεί για τη λύση των προβλημάτων. Αναζητούνται παράγοντες που λείπουν. Θεωρούμε ότι ένας από αυτούς είναι το ήθος. Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, ως εκ φύσεως διαθεματικό αντικείμενο, είναι ένας πρόσφορος τόπος συνάντησης και συνεργασίας των Φυσικών Επιστημών με τις Ανθρωπιστικές και τις Κοινωνικές Επιστήμες.
  • Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο τη διερεύνηση των καθοριστικών παραγόντων που επηρεάζουν την πρόθεση των φοιτητών για ανακύκλωση των αποβλήτων συσκευασίας και του έντυπου χαρτιού που προέρχονται από τα νοικοκυριά και καταλήγουν στο «μπλε» κάδο ανακύκλωσης. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσχεδιασμένης συμπεριφοράς (Theory of Planned Behaviour-TPB) οι ανθρώπινες πράξεις προβλέπονται σε μεγάλο βαθμό από τις αντίστοιχες προθέσεις. Η πρόθεση με τη σειρά της, όταν πρόκειται για συνειδητές πράξεις, μπορεί να προβλεφθεί από τρεις παράγοντες-μεταβλητές: α) τη στάση ως προς τη συγκεκριμένη συμπεριφορά (ATTitude–ATT), β) τα υποκειμενικά πρότυπα (Subjective Norm-SN) και γ) τον αντιλαμβανόμενο έλεγχο της συμπεριφοράς (Perceived Behavioural Control-PBC). Ωστόσο, αρκετοί ερευνητές επισημαίνουν ότι το εν λόγω μοντέλο χρήζει βελτιώσεων και προτείνουν την προσαρμογή επιπρόσθετων ερμηνευτικών μεταβλητών, όταν αποδεδειγμένα συνεισφέρουν στην αυξημένη ερμηνεία της πρόθεσης. Υπό αυτό το πρίσμα, αρχικά στο μοντέλο της TPB προστίθενται 3 επιπλέον μεταβλητές: η προηγούμενη συμπεριφορά ανακύκλωσης (Past Recycling Behavior-PRB), τα ηθικά πρότυπα (Moral Norms-MN) και οι συνέπειες και τα αποτελέσματα της ανακύκλωσης (Consequences/Outcomes-CON/OUT). Στη συνέχεια διερευνάται η συμβολή τους στην ερμηνεία της πρόθεσης, δείγματος 126 φοιτητών διαφόρων επιστημονικών πεδίων, για ανακύκλωση. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι το μοντέλο της TPB αποτελεί ένα ικανό ερμηνευτικό εργαλείο της πρόθεσης για ανακύκλωση, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο σχεδιασμό δράσεων εκπαίδευσης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης καθώς και ευρύτερα στην άσκηση πολιτικής στον τομέα της ανακύκλωσης.
  • Στο Ν. Ηλείας, έναν από τους πλέον πυρόπληκτους νομούς σε όλη την Ελλάδα, μετά την πυρκαγιά του 2007, οι καμένες περιοχές είχαν υψηλό κίνδυνο διάβρωσης του εδάφους. Στα πλαίσια της αποκατάστασης αλλά και της επικείμενης εκδήλωσης κατολισθητικών και πλημμυρικών φαινομένων, απαιτήθηκε μέριμνα προστασίας του εδάφους ώστε να επιτραπεί και η φυσική διαδικασία της αναγέννησης του δασικού οικοσυστήματος. Αποφασίστηκε έτσι η στοχευμένη λήψη μέτρων και η κατασκευή αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών έργων (κορμοπλέγματα, κορμοφράγματα και κλαδοπλέγματα). Με την παρούσα εργασία γίνεται μια προσπάθεια παρουσίασης βιοκλιματικών συνθηκών που συντελούν στην εκδήλωση πυρκαγιάς, αλλά και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των αντιδιαβρωτικών έργων σε επιλεγμένες περιοχές (π.χ περιοχή Σμέρνας Ν. Ηλείας), όπου έγιναν έργα αποκατάστασης μετά την πυρκαγιά του 2007. Η αναζήτηση διάφορων βιοκλιματικών στοιχείων αλλά και η έρευνα πεδίου (καμένης έκτασης με αντιδιαβρωτικά έργα) μπορούν να αξιοποιηθούν στα πλαίσια περιβαλλοντικού προγράμματος. Οι μαθητές μπορούν να αξιοποιήσουν το διαδίκτυο για αναζήτηση βιοκλιματικών στοιχείων, να κάνουν χρήση νέων τεχνολογιών (π.χ. GPS) για μετρήσεις πεδίου και να εξαγάγουν τα δικά τους αποτελέσματα και συμπεράσματα.

Τεύχος: 1 (46)

  • Ο όρος βασισμένη στον «τόπο» εκπαίδευση (place-based education) είναι μεν ένας σχετικά νέος όρος στην εκπαιδευτική βιβλιογραφία καθώς έχει εμφανιστεί την τελευταία δεκαπενταετία, όμως, οι θεωρίες και οι πρακτικές που αντιπροσωπεύει βρίσκονται πολλές δεκαετίες πίσω. Όπως προκύπτει από τη διεθνή βιβλιογραφία, η εμφάνιση του όρου place-based education, συνδέεται α) με το γεγονός ότι όροι «τόπος» (place) και «αίσθηση του τόπου» (sense of place) τελευταία έχουν μεγάλη απήχηση σε πολλά επιστημονικά πεδία β) την ανάπτυξη μιας ευρύτερης κοινωνικής κίνησης αποκαλούμενης «νέος τοπικισμός» (the new localism) και γ) την αντίδραση στα ομογενοποιημένα εκπαιδευτικά προγράμματα με κοινούς στόχους μεταξύ των οποίων και η επίτευξη ενιαίων στάνταρ σε εθνικό και λίγο πολύ σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ αγνοούν την κοινότητα (Gruenewald & Smith, 2008). Όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, η κίνηση place-based education έχει πολλούς υποστηρικτές αλλά και επικριτές. Πριν όμως προχωρήσουμε στην παράθεση των απόψεων και τη σχετική συζήτηση γύρω από αυτόν τον όρο, είναι σκόπιμο να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στις βασικές έννοιες «τόπος» (place) και «αίσθηση του τόπου» (sense of place) που είναι κεντρικές στην κίνηση αυτή καθώς και στην έννοια «νέος τοπικισμός».
  • Βρισκόμαστε στο σχολικό έτος 2011-12. Ο πρώτος κύκλος των Ερευνητικών Εργασιών στα Λύκεια ολοκληρώθηκε και ο δεύτερος βρίσκεται «εν εξελίξει». Οι προβληματισμοί, τα ερωτήματα, οι προτάσεις και οι ιδέες διασταυρώνονται ακατάπαυστα και ορμητικά, για να αναζητήσουν κοινά σημεία και διαφορές, συνθέσεις και υπερβάσεις, αδυναμίες και δυνατότητες. Άλλοτε ζωντανά, σε οργανωμένες συναντήσεις, άλλοτε ταξιδεύοντας μέσα στον άυλο ωκεανό των «dots». Αφού, λοιπόν, το περιοδικό της ΠΕΕΚΠΕ έφτιαξε τη δική του νησίδα επικοινωνίας μέσα στον ίδιο ωκεανό (καλορίζικη να’ ναι), ας μιλήσουμε διαδικτυακά για τις Ερευνητικές Εργασίες.
  • Οι Ερευνητικές Εργασίες κλείνουν ένα χρόνο εφαρμογής στην Α’ Λυκείου και από τη νέα σχολική χρονιά εισάγονται στη Β’. Με αφορμή αυτή την χρονική συγκυρία και λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήματα που αναδύθηκαν κατά την υλοποίηση τους η παρούσα εργασία επιχειρεί ένα κριτικό αναστοχασμό σε μια καινοτομία που τάραξε πολύ τα σχολικά ύδατα.
  • Το αειφόρο σχολείο είναι ένα όραμα που προσανατολίζει στη συνολική αλλαγή της κουλτούρας του σχολείου, καθώς όλα τα εμπλεκόμενα μέλη του επιχειρούν αλλαγές στο παιδαγωγικό, το κοινωνικό/οργανωσιακό, και το τεχνικό επίπεδο λειτουργίας του. Είναι σαφές ότι η οικοδόμηση ενός τέτοιου τύπου σχολείου προϋποθέτει αλλαγές, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά και βαθιές αλλαγές στην εκπαίδευση. Σε μια σχολική μονάδα η οποία προσπαθεί να λειτουργήσει ως αειφόρο σχολείο σημαντική είναι η δημιουργία ενός στοχαστικοκριτικού πλαισίου, μέσα στο οποίο θα σχεδιάζονται και θα υλοποιούνται δράσεις, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ των φορέων της εκπαιδευτικής, και της τοπικής κοινότητας. Στηριζόμενοι στις παραπάνω θεωρητικές παραδοχές και στους δείκτες που προτείνονται στο πλαίσιο του Βραβείου Αειφόρου Σχολείου, επιχειρήθηκε ο μετασχηματισμός ενός Δημοτικού Σχολείου σε αειφόρο. Η παρούσα εργασία σκοπό έχει να αναδείξει τις αλλαγές που επιτεύχθηκαν αλλά και τις δυσκολίες που προέκυψαν κατά την προσπάθεια αυτή. Πρόκειται για μια μελέτη περίπτωσης και τα συμπεράσματα που θα παρουσιαστούν προέκυψαν από την επιτόπια παρατήρηση των δράσεων των εκπαιδευτικών της σχολικής μονάδας.
  • Τα σχολικά προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης συνήθως υλοποιούνται με τη μέθοδο project, επίλυσης προβλήματος, χρονογραμμής ή και μελέτης πεδίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγεται μεικτός σχεδιασμός. Σε όλες τις περιπτώσεις προτείνεται η παιδαγωγική ομάδα (εκπαιδευτικοί και μαθητές) να επιλέγει το θέμα σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα τους και να εργάζονται ομαδοσυνεργατικά με στοιχεία βιωματικότητας και άμεση επαφή με τη φύση και τα φυσικά φαινόμενα. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισαν να εισάγονται εφαρμογές των ΤΠΕ υποστηρίζοντας τα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης με αναζήτηση πληροφοριών από το διαδίκτυο, ψηφιακή επεξεργασία εικόνων και προβολή παρουσιάσεων με το PowerPoint. Σήμερα, με τη ραγδαία εξέλιξη των ΤΠΕ και του internet, των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης και των κοινόχρηστων δικτυακών εφαρμογών οι υποστηρικτικές δραστηριότητες των σχολικών περιβαλλοντικών προγραμμάτων μπορούν να εμπλουτιστούν και να αναβαθμιστούν ποιοτικά αξιοποιώντας, σε όλα σχεδόν τα στάδιά υλοποίησης τους σύγχρονα λογισμικά και εφαρμογές Web 2.0.
  • Η εργασία αναφέρεται στη δημιουργία μιας μαθησιακής κοινότητας, όπου μαθητές δύο Γυμνασίων (2ου Γυμνασίου Λαγκαδά & Γυμνασίου Γαζίου Κρήτης) συνεργάστηκαν το σχολικό έτος 2010-11 σε έναν ιστοχώρο wiki για την προβολή του τόπου τους. Η αλληλεπίδραση μαθητών με διαφορετικές εμπειρίες, συμπεριφορές και βιώματα προσφέρει ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες για οικοδόμηση της γνώσης, ανταλλαγή απόψεων και ανάπτυξη περιβαλλοντικών ενδιαφερόντων. Η διδακτική παρέμβαση είναι μία εναλλακτική πρόταση για την υλοποίηση περιβαλλοντικών δραστηριοτήτων, που μπορεί όμως να εφαρμοστεί και σε άλλα καινοτόμα προγράμματα ή διδακτικά αντικείμενα, με τους μαθητές να αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη για τα αντικείμενα της μάθησης, σύμφωνα με τις ανάγκες τους και τα ενδιαφέροντά τους. Μέσα από τη δραστηριότητα οι μαθητές συνθέτουν γνώσεις, ενώ παράλληλα καλούνται να επιλύουν προβλήματα που εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή
  • Στην παρούσα μελέτη περιγράφεται ένα μοντέλο αξιολόγησης των ΣΠΠΕ Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης αναφορικά με το σχεδιασμό, τη δόμηση και την υλοποίησή τους το οποίο προέκυψε μέσα από μια ενδελεχή επισκόπηση της ελληνικής και ξένης σχετικής βιβλιογραφίας. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών της έρευνας αξιολόγησης ενός ΣΠΠΕ δημιουργήθηκαν 9 αντικείμενα αξιολόγησης με 46 αξιολογικά κριτήρια-δείκτες, τα οποία αποτελούν και τα ερευνητικά ερωτήματα. Αναλύονται οι στόχοι της αξιολόγησης, ο τύπος και το μοντέλο της αξιολόγησης που θα επιλεγεί, το περιεχόμενο των σταδίων αξιολόγησης, τα αντικείμενα, οι άξονες και τα κριτήρια αξιολόγησης, οι αποδέκτες της έκθεσης αξιολόγησης, προβλήματα που συνήθως προκύπτουν κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης και οι τρόποι αντιμετώπισής τους.