Αειφορία και αειφόρος ανάπτυξη: μία (ακόμα) κριτική θεώρηση

Συγγραφέας: 

Περίληψη

Οι έννοιες της αειφορίας και της αειφόρου ανάπτυξης δημιουργούν συχνά παρανοήσεις, λόγω και του σχετικά ασαφούς περιεχομένου τους. Η κριτική που έχει ασκηθεί από αρκετούς ερευνητές, τόσο στις προηγούμενες έννοιες, όσο και σε αυτή της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη αποτελεί αντικείμενο του κειμένου αυτού. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή εξετάζει την εξέλιξή τους, μετά και την ολοκλήρωση της δεκαετίας της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι φανερή η απουσία  διαδικασιών συμμετοχικού διαλόγου από την κοινωνία των πολιτών ή την εκπαιδευτική κοινότητα, κατά τη φάση της εισαγωγής και προώθησής τους από διεθνείς οργανισμούς.  Προτείνεται μια περισσότερο κριτική θεώρηση των εννοιών αυτών, έναντι της χωρίς όρους αποδοχής και χρήσης τους από την εκπαιδευτική κοινότητα στο πλαίσιο και της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης[1].

Εισαγωγή

Έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε που σε κάποια δημόσια εκδήλωση παρακολουθήσαμε τα αποτελέσματα εμπειρικής έρευνας για τον αειφορικό τουρισμό. Μεταξύ των ευρημάτων που ανακοινώθηκαν ήταν και η διαπίστωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτώμενων «δυστυχώς» δεν γνώριζε τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «αειφόρος ανάπτυξη».  Η «αυθόρμητη»  παρέμβαση συναδέλφου από το ακροατήριο: «ε, και λοιπόν;» αιτιολογήθηκε αργότερα από τον ίδιο, εξηγώντας ότι η άγνοια ενός τόσο ασαφούς όρου δεν θα πρέπει να οδηγεί σε αβίαστες, αρνητικές κρίσεις.

Είναι αρκετές οι φορές που, ακούγοντας εκφράσεις που περιέχουν τους όρους «αειφορία», «αειφόρος ανάπτυξη» (ΑΑ) ή προσδιορισμούς όπως «αειφορική», «αειφορικό» κ.λπ. αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς εννοεί αυτός ή αυτή που τις χρησιμοποιεί. Η σχετικά πρόσφατη έκδοση του βιβλίου με τίτλο «Η επινόηση της αειφορίας» (Σμπώκος, 2015), μιας κριτικής προσέγγισης  στην έννοια της αειφορίας και ειδικότερα στη γνωστή Ατζέντα 21, σε συνδυασμό με τους προηγούμενους προβληματισμούς οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του κειμένου. Ο σκοπός της παράθεσής του δεν είναι να προσθέσει κάποια νέα στοιχεία στην ήδη πλούσια διαχρονική κριτική προσέγγιση των προαναφερόμενων εννοιών, αλλά, παρουσιάζοντας μια μικρή σύνοψη κάποιων από τις θέσεις που έχουν διατυπωθεί στην Ελληνική και τη διεθνή βιβλιογραφία, να συνεισφέρει στο σχετικό διάλογο και προβληματισμό για την προσέγγισή τους μέσα στο σχολείο. Ο βαθμός εμπέδωσης  τους φαίνεται καταρχήν μικρός, παρά τις σχετικές προσπάθειες για ένταξή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία, είτε μέσω διάχυσης στα αναλυτικά προγράμματα, είτε μέσω παραλλήλων προγραμμάτων που εφαρμόζουν μέσα στο σχολείο οι εκπαιδευτικοί, ή διάφοροι φορείς. Οι αντιφάσεις που δημιουργούνται από τη χρήση των σχετικών όρων, από το χώρο των επιχειρήσεων κυρίως, δημιουργούν προβληματισμούς και την ανάγκη υπενθύμισης των αρχικών στόχων.  

Συγγραφείς  που υπηρετούν την περιβαλλοντική εκπαίδευση στην Ελλάδα και το εξωτερικό έχουν εκφράσει από παλιά τους προβληματισμούς, αλλά και την αισιοδοξία τους για την υιοθέτηση της αειφορίας από την εκπαίδευση.    

Γνώση της αειφορίας και της αειφόρου ανάπτυξης

Είναι αρκετές οι περιπτώσεις ερευνών στην περιβαλλοντική εκπαίδευση στις οποίες τίθενται ερωτήματα σχετικά με τη γνώση της έννοιας της αειφορίας και που απευθύνονται συνήθως σε εκπαιδευτικούς ή και μαθητές. Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, υπάρχει χαμηλός βαθμός εμπέδωσης της έννοιας τόσο στους εκπαιδευτικούς, όσο και στους μαθητές. Διαδικτυακή έρευνα σε σχολές ανθρωπιστικών σπουδών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της Γερμανίας, της Ελβετίας, της Ολλανδίας και του Η.Β., ανέδειξε χαμηλό βαθμό γνώσης της αειφορίας γενικότερα και της εκπαίδευσης για την αειφορία, ειδικά (Jucker, 2002).  Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε νηπιαγωγούς στην Ελλάδα (Μπαρμπέρη, 2005, στο Φλογαΐτη, 2006) διαπιστώθηκε άγνοια για την αειφορία. Οι Παπανικολάου κ.ά. (2009), σε πανελλαδική έρευνα με δείγμα εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το χώρο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει σε αυτούς ικανοποιητικό πλαίσιο αναφοράς για τη έννοια της ΑΑ, ανεξαρτήτως βαθμίδας, ειδικότητας και μεταπτυχιακών σπουδών. Οι Φώκιαλη & Μουστάκας (2010) σε έρευνα με δείγμα μαθητές Λυκείου καταγράφουν σημαντικό ποσοστό άγνοιας του ίδιου όρου. Οι σπουδαστές  κάποιων αμερικάνικών κολεγίων, μετά και την αυτοαξιολόγησή τους  φαίνεται να γνωρίζουν την αειφορία σε μικρό σχετικά ποσοστό (Emanuel & Adams, 2011).Ακόμα και οι  εκπαιδευτικοί που συμμετέχουν στο δίκτυο των οικολογικών σχολείων φάνηκε ότι δεν είναι σε θέση να προσεγγίσουν ικανοποιητικά το εννοιολογικό πεδίο της ΑΑ, της αειφορίας και των χαρακτηριστικών τους (Ευκολίδου κ.ά., 2014).

Αειφόρος ανάπτυξη-αειφορία: ορισμοί, προσεγγίσεις

Οι όροι «αειφορία» και «αειφόρος ανάπτυξη» χρησιμοποιούνται συχνά στην αρθρογραφία του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, σε ανακοινώσεις επιστημονικών ενώσεων, περιβαλλοντικών οργανώσεων, πολιτικών κομμάτων, επιχειρήσεων κ.ά. Ο όρος της αειφορίας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη γερμανόφωνη δασική βιβλιογραφία στις αρχές του 18ου αιώνα (Ντάφης, 1994) και καθιερώθηκε έναν αιώνα αργότερα σχετιζόμενος με τη διαχείριση των δασών. Στην Ελλάδα, η διάδοση του όρου αειφορία άρχισε στη δεκαετία του '70, οπότε άρχισε η ανάπτυξη της Οικολογίας και της Προστασίας του Περιβάλλοντος ως διακριτών ενοτήτων στα πανεπιστήμια, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη ενδιαφέροντος από διάφορες κοινωνικές ομάδες σχετικά με την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Η ίδια έννοια χρησιμοποιήθηκε από το περιοδικό «the Ecologist» τον Ιανουάριο του 1972, σε άρθρο με τίτλο «A Blueprint for Survival», στην πρώτη παγκόσμια διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, που έγινε στη Στοκχόλμη το ίδιο έτος (Basiago, 1995). Έως το 1996 είχαν διατυπωθεί τουλάχιστον 300 ορισμοί για την αειφορία και την ΑΑ, με τον αριθμό αυτόν να αυξάνεται συνεχώς (Dobson, 1996). Η ΑΑ προκύπτει από τη μετάφραση του όρου “sustainable development”, τον οποίο κάποιοι μεταφράζουν και ως «βιώσιμη ανάπτυξη» (Παπαδημητρίου, 1998), «αειφορική ανάπτυξη» (Γεωργόπουλος, 2004), «αξιοβίωτη ανάπτυξη» (Ρόκκος, 2001) κ.ά. Οι όροι «βιωσιμότητα» και «βιώσιμη ανάπτυξη» χρησιμοποιούνται περισσότερο και από τους Καλαϊτζίδη & Ουζούνη (2000).

Τα όρια που έπρεπε να τεθούν στην ανάπτυξη, λόγω των προκαλούμενων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και άλλων προβλημάτων, δημιούργησαν την ανάγκη για μια ισόρροπη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης, του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνίας. Η προσπάθεια αυτή είχε ως στόχο την ανατροπή της μονοδιάστατης θεώρησης που υπήρχε πριν και βασιζόταν μόνο στην ανάπτυξη μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης. Έτσι οι παράγοντες που προστέθηκαν σε αυτόν της οικονομίας ήταν η κοινωνία και το περιβάλλον. Σύμφωνα με την ΑΑ, οι τρεις αυτοί παράγοντες θα πρέπει να έχουν μία ισορροπημένη σχέση αλληλεξάρτησης. Ευρύτερα γνωστός είναι ο ορισμός για την ΑΑ που παρέχεται από την έκθεση Brundtland, με τίτλο «Το κοινό μας μέλλον», ο οποίος αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, την αξία της διαγενεακής αλληλεγγύης: «Αειφόρος ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να υπονομεύει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Στην έκθεση διασαφηνίζεται ότι: «ανάγκες θεωρούνται οι ουσιαστικές ανάγκες των φτωχών του κόσμου, για τις οποίες πρέπει να δοθεί προτεραιότητα» και υπονοούνται οι περιορισμοί που «πρέπει να επιβάλλονται στην τεχνολογία και την κοινωνική οργάνωση, ώστε το περιβάλλον να μπορεί να ικανοποιήσει τις παρούσες και μελλοντικές ανάγκες». Αναφέρεται επίσης ότι «ένας κόσμος στον οποίο η φτώχεια και η ανισότητα είναι ενδημικές θα ρέπει πάντα προς οικολογικές και άλλου τύπου κρίσεις» (WCED, 1987:43,44).

Οι φορείς IUCN, WWF & UNEP (1991) στη διακήρυξη με τίτλο «Caring for the Earth» ορίζουν την ΑΑ ως την: «βελτίωση της ποιότητας της ανθρώπινης ζωής, μέσα στο πλαίσιο της φέρουσας ικανότητας[2] των οικοσυστημάτων που υποστηρίζουν τη ζωή».

Στη διακήρυξη αυτή γίνεται προσπάθεια διασαφήνισης όρων με διαφορετικό νόημα, αφού συχνά παρατίθενται ως ταυτόσημοι, προκαλώντας σύγχυση. Η «αειφόρος ανάπτυξη» όπως φαίνεται και από τον προηγούμενο ορισμό, εκτός από τον άνθρωπο, αφορά και στα άλλα είδη του πλανήτη. Η «αειφόρος αύξηση»  θεωρείται αντιφατική λόγω του ότι τίποτα φυσικό δεν αυξάνεται στο διηνεκές.  Η «αειφορική χρήση» βρίσκει εφαρμογή μόνο στους ανανεώσιμους πόρους: σημαίνει τη χρήση τους σε ρυθμούς εντός της δυνατότητάς τους για ανανέωση. Η «αειφόρος οικονομία» είναι το προϊόν της ΑΑ, αφού διατηρεί τη βάση των φυσικών της πόρων. Μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται μέσω προσαρμογής και βελτίωσης της γνώσης, της οργάνωσης και της τεχνικής αποδοτικότητας. Μια «αειφορική κοινωνία» ζει με βάση εννέα διαφορετικές αρχές που είναι οι εξής:

  • Ο σεβασμός και η φροντίδα για την κοινότητα της ζωής (ανθρώπων και άλλων μορφών ζωής)
  • Η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων
  • Η διατήρηση της ζωής και της ποικιλότητας της γης
  • Η ελαχιστοποίηση της εξάντλησης των μη ανανεώσιμων πόρων
  • Η διατήρηση της φέρουσας ικανότητα της γης
  • Αλλαγή προσωπικών στάσεων και πρακτικών
  • Η παροχή της δυνατότητας στις κοινότητες να φροντίζουν το δικό τους περιβάλλον
  • Η παροχή ενός εθνικού πλαισίου για ενσωμάτωση της ανάπτυξης και της προστασίας
  • Η σφυρηλάτηση μιας παγκόσμιας συμμαχίας.

Το 1992, στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας, στη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη (UNCED,1992), χρησιμοποιήθηκε ο όρος της ΑΑ, με στόχο την εναρμόνιση της οικονομικής ανάπτυξης με την προστασία του περιβάλλοντος, καθιστώντας την έτσι μέσο αποφυγής εντάσεων μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Από τη διάσκεψη αυτή προέκυψε η γνωστή Agenda 21, η οποία έθεσε τις βάσεις για την εφαρμογή της ΑΑ για τον 21ο αιώνα.

Ο Rauch (2008), δανειζόμενος τη σκέψη του Καντ,  περιγράφει την αειφορία ως μια «ρυθμιστική ιδέα», συστατικά στοιχεία της οποίας αποτελούν η ασάφεια και η αβεβαιότητα, με τρόπο ώστε να την καθιστούν ευρέως αποδεκτή.  Τα ηθικά διλήμματα και οι αλληλοσυγκρουόμενοι στόχοι που εμπεριέχει πρέπει να τίθενται συνεχώς υπό επαναδιαπραγμάτευση και να συζητιούνται σε κάθε προσπάθεια εφαρμογής της αειφορίας.

Οι Verstegen & Hanekamp (2005), κατηγοριοποιούν τις διαφορετικές απόψεις για την αειφορία, διακρίνοντας το «πεσιμιστικό» από το «οπτιμιστικό» ρεύμα. Το πρώτο, που χαρακτηρίζεται και ως «ιδεαλιστικό», βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις κυρίαρχες πολιτικές. Το δεύτερο, το «κομφορμιστικό» στηρίζεται στην τεχνολογική πρόοδο, η οποία διευρύνει τα όρια της φύσης, μέχρις σημείου εξάλειψής τους. Παρόμοια, οι Rees (1990) και Orr (1992), διακρίνουν δύο κυρίαρχες τάσεις: την τεχνοκρατική και την οικοκεντρική. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν τέσσερις επιμέρους τάσεις (κλιμακωτά): οι κυνικοί και καιροσκόποι, οι υποστηρικτές της τεχνολογικής προσέγγισης και ρύθμισης, η ομάδα της αναδιάρθρωσης της οικονομικής ανάπτυξης και, τέλος, η ομάδα της ανάπτυξης με ισότητα. Στη δεύτερη περίπτωση (οικοκεντρική τάση) προϋποτίθενται ριζικές αλλαγές σε πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα, σε ήθος, αντιλήψεις και πρακτικές ( Παπαδημητρίου, 1998). Εναλλακτικά χρησιμοποιούνται και οι όροι «ήπια» και «ισχυρή» αειφορία, υποδηλώνοντας το βαθμό εφαρμογής της (Φλογαϊτη 2005, Δημητρίου 2009).

Όλες αυτές οι σημαντικές διατυπώσεις και οι ορισμοί θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οδηγούν σε μια ομαλή πορεία τη σχέση της ανάπτυξης με το περιβάλλον, αφού θέτουν περιορισμούς και προϋποθέτουν ισορροπίες. Η πραγματικότητα όμως δείχνει ότι απαιτείται μεγάλη προσπάθεια, δεδομένου ότι η εισαγωγή και μόνο ενός όρου, όπως η αειφορία, δεν αρκεί για την επίτευξη των μεγάλων αλλαγών. Η ισορροπία των τριών πυλώνων της αειφορίας (περιβάλλον-κοινωνία-οικονομία) φαντάζει δυσεπίλυτο πρόβλημα, αφενός  λόγω της άρνησης του κυρίαρχου παγκόσμιου κοινωνικοοικονομικού συστήματος να την εφαρμόσει και αφετέρου, ίσως, λόγω και των ίδιων των εγγενών της αντιφάσεων. Τα μεγάλα περιβαλλοντικά προβλήματα όπως αυτό της κλιματικής αλλαγής παραμένουν σταθερά ανεπίλυτα. Αν ανατρέξουμε σε κάποιες πρωτοβουλίες διεθνών οργανισμών, όπως π.χ. η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, που ακολούθησε το Ρίο,  και το συνακόλουθο της πρωτόκολλο του Κιότο, δεν φαίνεται να έχουμε τα καλύτερα αποτελέσματα. Ο κατεξοχήν αυτός μηχανισμός της αγοράς προσπάθησε με οικονομικά μέτρα να λύσει ένα τεράστιο περιβαλλοντικό πρόβλημα, προβλέποντας τη δυνατότητα αγοράς δικαιωμάτων για εκπομπές ρύπων. Η λειτουργία του ήταν εξαρχής προβληματική. Όσον αφορά στην αποτελεσματικότητά του, ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός μας πληροφόρησε ότι οι συγκεντρώσεις CO2  κατά την περίοδο μεταξύ 2012 και 2013 αυξήθηκαν περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, από το 1984, και 142% από την εποχή πριν τη βιομηχανική επανάσταση[3]. Η τελευταία συμφωνία στο Παρίσι[4], ίσως αφήνει κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, παρότι υπάρχουν πολλές επιφυλάξεις για την εφαρμογή της.

Η κριτική σε αειφορία, ανάπτυξη και αειφόρο ανάπτυξη

Στην προσπάθεια για ερμηνεία του όρου της αειφορίας γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για μια πολυσύνθετη έννοια η οποία, λόγω αυτής ακριβώς της πολυσυνθετότητάς της, προκαλεί σύγχυση για το τι πραγματικά είναι αειφορικό και τι όχι. Το πρόβλημα έγκειται στις διαφορετικές αντιλήψεις για την ερμηνεία της. Απουσιάζει δηλαδή μια ομοφωνία, παρά τις πολλές και ενδιαφέρουσες προτάσεις, στην ίδια τη φύση μιας τέτοιου είδους ανάπτυξης  (Huckle, 2006). Αρκετοί συγγραφείς διακρίνουν αντιφάσεις στη φύση της σχέσης οικονομίας-περιβάλλοντος. Ο Jacobs (2004) π.χ. διακρίνει τρεις διαφορετικούς τύπους όσων αντιδρούν στον όρο της Α.Α.: Ο  πρώτος, αυτός της απογοήτευσης, τη θεωρεί ως διαμαρτυρία, αφού δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως πολιτικός στόχος, λόγω του ότι δε διευκρινίζεται και δεν συμφωνείται το ακριβές νόημά της. Ο δεύτερος τύπος αντίδρασης είναι η απόλυτη απόρριψη της Α.Α. λόγω του ότι η ασάφεια του νοήματος της αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σκοπού της. Θεωρείται δηλαδή ως ένα προπέτασμα καπνού από τις επιχειρήσεις και τα οικονομικά συμφέροντα του πλούσιου Βορρά για να συσκοτίσουν τη διαμάχη μεταξύ της οικολογικής ακεραιότητας και της οικονομικής μεγέθυνσης, ώστε να μη διαταραχθούν οι θεμελιώδεις διεργασίες της καπιταλιστικής βιομηχανικής εκμετάλλευσης. Ο τρίτος τύπος προέρχεται από το χώρο της κριτικής διανόησης, κυρίως από κάποιους ακαδημαϊκούς κύκλους, οι οποίοι θεωρούν την Α.Α. ως ακατάλληλη απάντηση στην περιβαλλοντική προβληματική. Η τάση αυτή προέρχεται από το νεωτερισμό, τον επιστημονικό θετικισμό, το ρεαλισμό και την τεχνοκρατική σοσιαλδημοκρατία.

Η κριτική που ασκείται στην οικονομική ανάπτυξη-σε αρκετές περιπτώσεις έντονη-αναδεικνύει τον πολιτικό χαρακτήρα του ζητήματος. Η Φλογαΐτη (2005) τονίζει την άνιση στήριξη των τριών πυλώνων της αειφορίας, αφού μόνο αυτός της οικονομίας ενισχύεται, αφήνοντας το περιβάλλον και την κοινωνία να υποχωρούν. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η οικονομία προορίζεται για την κοινωνία και εξαρτάται από τη σχέση της τελευταίας με το περιβάλλον.

O Trainer (1990) θεωρεί την Έκθεση Brundtland (WCED, ο.π.) εξαιρετικά οπισθοδρομική, αφού δεν διατυπώνει την ανάγκη για ριζικές αλλαγές σε μια παγκόσμια οικονομία που οδηγείται από τις δυνάμεις της αγοράς και του κέρδους, μέσω μιας ανάπτυξης χωρίς διακρίσεις, ούτε προτείνει δραστική αναδιανομή του πλούτου στον κόσμο. Οι συστάσεις της Έκθεσης για ανάληψη δράσης (Κεφ. 12) επικεντρώνονται μόνο σε θεσμικό και νομικό επίπεδο με εξορθολογισμό της λειτουργίας των φορέων προστασίας του περιβάλλοντος, μέσω αποτελεσματικότερων θεσμικών ρυθμίσεων.

Ως πολιτικό ναρκοπέδιο χαρακτηρίζουν την ΑΑ οι Mannion & Bowlby (1992), θέτοντας ως κυρίαρχο ζήτημα έναν καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης των ισχυρών κατοχυρωμένων συμφερόντων, που, διαφορετικά, θα αισθάνονταν ότι απειλούνται από τις δομικές αλλαγές.  Αν δεν απαντηθεί αυτό το ερώτημα-δίλημμα, οι καλύτερες προθέσεις είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, αφού η αειφόρος ανάπτυξη αφορά κυρίως σχέσεις εξουσίας.

Οι Καλαϊτζίδης & Ουζούνης (ό.π.) θεωρούν τη «βιώσιμη ανάπτυξη» αμφισβητούμενη έννοια, ανοιχτή σε αντικρουόμενες ερμηνείες, οι οποίες γίνονται αντιληπτές μέσω των αντιφάσεων της βιώσιμης μεγέθυνσης και του πρασινίσματος του καπιταλισμού, αφενός, ή της βιώσιμης ανάπτυξης και πρασινίσματος του σοσιαλισμού, αφετέρου. Ο διαχωρισμός αυτός θεωρεί τη βιώσιμη μεγέθυνση ως μια ρεφορμιστική έννοια, ενώ τη βιώσιμη ανάπτυξη ως το μέσο περιορισμού των δυνάμεων της αγοράς που προτάσσει ως αξία τον άνθρωπο.

Για πολυσημία της έννοιας της ΑΑ, κάνει λόγο σε παλαιότερο άρθρο του ο Γεωργόπουλος (2004), λόγω της συμβολής της στην αποδοχή της αειφορικής εκδοχής της έννοιας της ανάπτυξης, ως εργαλείο αντιμετώπισης των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων του πλανήτη. Η πολυσημία αυτή επιτρέπει την άσκηση κριτικής λόγω της απουσίας ενσωμάτωσης κοινωνικών και πολιτικών παραμέτρων αφενός και της ανθρωποκεντρικής άποψης για την ανάπτυξη, αφετέρου.

Οι Mudacumura et al (2006) σχολιάζοντας τις εφαρμοζόμενες πολιτικές για την ΑΑ συμπεραίνουν ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες των παγκόσμιων οργανισμών για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης  υπήρξαν ιδιαίτερα αναποτελεσματικές. Ιδιαιτέρως οι βιομηχανικές χώρες απέτυχαν να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους για οικειοθελή περιορισμό  δραστηριοτήτων όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, που αποτελούν παγκόσμια απειλή για την αειφορία. Έτσι η επανεξέταση της ΑΑ δεν μπορεί να εξαντλείται σε διοργανώσεις παγκοσμίων συναντήσεων και συνεδρίων ή δημοσιεύσεις, αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, αλλά θα πρέπει να ενσωματωθεί σε μια συλλογική παγκόσμια προσπάθεια εξάλειψης των μη αειφορικών δραστηριοτήτων. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στη θεωρία και στην πρακτική της εφαρμογής των πολιτικών της ΑΑ σε βορρά και  νότο θεωρείται ακόμα ανεπαρκής. Η αποτυχία εφαρμογής της ΑΑ φαίνεται και στον τομέα του περιορισμού της φτώχειας και των ανισοτήτων, προβλημάτων που πρέπει να επιλυθούν σε ένα συγκεκριμένο εύρος, με σκοπό τη διασφάλιση μιας  ουσιαστικής μορφής της ΑΑ σε όλα τα κράτη και τις γεωγραφικές περιοχές.

Ο Sachs (1992:23), αντιμετωπίζοντας κριτικά την ίδια την έννοια της  ανάπτυξης, την χαρακτηρίζει ως «ένα συντηρητικό ή και αντιδραστικό μύθο», αφού δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο γνωστό, άπληστο τρόπο με τον οποίο οι αγορές καθορίζουν την οικονομία. Αρκετοί είναι επίσης εκείνοι που προτιμούν τη χρήση μόνο του πρώτου συνθετικού του όρου της ΑΑ, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσουν τον όρο «ανάπτυξη», θεωρώντας ότι υπονοεί το γνωστό τρόπο ανάπτυξης, αυτόν δηλαδή που λαμβάνει υπόψη μόνο την οικονομική διάσταση (Harribay, 1998).

Το αίτημα για μείωση του ρυθμού ανάπτυξης με δεδομένες τις σχέσεις παραγωγής θεωρείται προκλητικό από τον Αράπογλου (2007). Αυτό, διότι το συγκεκριμένο αίτημα προέρχεται από τις αναπτυγμένες χώρες, η ευημερία των οποίων θεμελιώθηκε σε βάρος της φύσης. Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ανάπτυξης των χωρών αυτών προέρχεται από πολυεθνικές επιχειρήσεις, που εκμεταλλεύονται φθηνό εργατικό δυναμικό και τεράστιες ποσότητες φυσικών πόρων. Οι προτάσεις για περιορισμό της ανάπτυξης θα πλήξουν τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, αφού η μείωση της παραγωγής θα επιφέρει μεγαλύτερη ανεργία και φτώχια.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδέα της «αποανάπτυξης» την οποία προτείνουν κάποιοι ριζοσπάστες οικολόγοι. Η αποανάπτυξη δηλώνει με εμφατικό τρόπο την εγκατάλειψη του στόχου της μεγέθυνσης, κινητήρας του οποίου είναι η αναζήτηση του κέρδους από τους κατόχους του κεφαλαίου. Ο όρος αυτός δεν υποδηλώνει την αρνητική μεγέθυνση, αλλά την αποσύνδεση της βελτίωσης της κατάστασης κάποιων ιδιωτών από τη στατιστική άνοδο της υλικής παραγωγής: τη μείωση δηλαδή του «ευ έχειν» με την παράλληλη βελτίωση του «ευ ζην» για όλους (Λατούς, 2008:185-187). Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης χαρακτηρίζουν την ΑΑ ως «οξύμωρο σχήμα» ή και. «λεκτικό τερατούργημα» και το περιεχόμενό της «αποθήκη αχρήστων» που κυμαίνεται ανάμεσα στη «ρεαλιστική» προσέγγιση του κόσμου των επιχειρήσεων και την «ανθρωπιστική» των ονειροπόλων, των αφελών και των ιδεολόγων. Χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι προέκυψε ως τέχνασμα μέσω της αλλαγής κάποιων λέξεων από αυτούς που δεν θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα. Ο Γεωργόπουλος (2010) προτείνει την αποανάπτυξη ως υπέρτατο καθήκον προς τη βιόσφαιρα, θεωρώντας το τρέχον μοντέλο ανάπτυξης περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά μη βιώσιμο.

Ο Σμπώκος (2015) θεωρεί τη «συνεκφορά» της ΑΑ ως συνειδητή επινόηση διεθνών οργανισμών με σκοπό την παροχή διεξόδου στο παρωχημένο καπιταλιστικό μοντέλο. Αυτό που πραγματικά προστατεύεται μέσω της ΑΑ δεν είναι το περιβάλλον, αλλά  η αέναη οικονομική δραστηριότητα από κάθε τι που θα μπορούσε να την περιορίσει. Η κριτική του εστιάζει στην Agenda 21 και ιδιαίτερα στο τμήμα 4 (μέσα εφαρμογής), όπου το περιβάλλον αποτιμάται με μονεταριστικούς όρους. Ο συγγραφέας δεν θεωρεί την εν γένει θετική στάση απέναντι στην ΑΑ συνειδητή επιλογή, πεπεισμένος ότι οι αρχές της επιβάλλονται μέσω ενός συστήματος επιβολής «από τα πάνω» και μιας διαδικασίας «δημοσίων σχέσεων». Σε μικρό χρονικό διάστημα, σημειώνει, κατάφερε να επιβληθεί ειρηνικά ένας μηχανισμός μεταφροντίδας και ένα παρατηρητήριο νομοθεσίας, προκειμένου να ελέγχεται σε παγκόσμιο επίπεδο ο βαθμός ενσωμάτωσης της αειφορίας στις εθνικές πολιτικές (σ. 95).

Αειφόρος ανάπτυξη: οι αντιφάσεις

Θέλοντας να αναδείξει την ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται ο όρος της ΑΑ από ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα και κοινωνική θέση ο Sharachandra Lélé (1991) παρατηρεί ότι μπορεί να ενώσει τους πάντες: από το βιομήχανο μέχρι τον αγρότη που αγωνίζεται να επιβιώσει, από τον κοινωνικό λειτουργό που αναζητά την ισότητα μέχρι το σχεδιαστή πολιτικών για την ανάπτυξη , από τον ευαισθητοποιημένο για τη ρύπανση και την προστασία της άγριας ζωής ακτιβιστή μέχρι τον στοχοπροσηλωμένο γραφειοκράτη και από το χαμηλόμισθο υπάλληλο μιας εταιρείας μέχρι τον πολιτικό- συλλέκτη ψήφων. Φαίνεται τελικά ότι οι τόσες πολλές και διαφορετικές ερμηνείες του όρου δίνουν το δικαίωμα σε πολλούς να τον χρησιμοποιούν χωρίς πολλή σκέψη.

Με μια ματιά σε ιστοσελίδες μεγάλων εταιρειών μπορεί κανείς να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό αυτόν. Μια εταιρεία  εξόρυξης και εμπορίας πετρελαίου[5] π.χ. συντάσσει κάθε χρόνο έκθεση για την αειφορία. Η ίδια εταιρεία πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές, με τη μεγάλη διαρροή πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού.  Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε κανείς να αντιπαραβάλει αρκετές από τις εννέα αρχές της «αειφορικής κοινωνίας» που αναφέρθηκαν προηγουμένως.  Ένα δεύτερο παράδειγμα που παρατίθεται είναι μιας εταιρείας παραγωγής τσιμέντου[6], με έκθεση «αειφόρου ανάπτυξης» αυτή τη φορά. Ο Μομπιότ (2008) σημειώνει σχετικά ότι για την παραγωγή τσιμέντου τύπου πόρτλαντ - του γνωστού κοινού τσιμέντου, εκλύεται 1 τόνος διοξειδίου του άνθρακα ανά τόνο τσιμέντου και για της κατασκευή μιας μέσης κατοικίας απαιτούνται συνολικά 5 τόνοι. Η χρήση τσιμέντου ευθύνεται για το 5-10% των συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από ανθρωπογενείς  παρεμβάσεις. Επιπλέον η παραγωγή τσιμέντου θεωρείται από την ICCP ένας από τους 3 παράγοντες της οξίνισης των ωκεανών, μέσω του παραγόμενου ανθρακικού οξέως και της αποξυγόνωσης τους μαζί με την καύση ορυκτών καυσίμων και την αλλαγή χρήσης γης (με υψηλό βαθμό βεβαιότητας) (IPCC, 2014)[7].Οι ετήσιες εκπομπές CO2 από ορυκτά καύσιμα και παραγωγή τσιμέντου αυξήθηκαν κατά 54% από το 1990 έως το 2011. Δεν έχουμε πειστεί λοιπόν για το ότι αυτή η αειφόρος ανάπτυξη της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων και της τσιμεντοβιομηχανίας λαμβάνει υπόψη τις «ανάγκες των φτωχών του κόσμου», όπως περιγράφηκαν νωρίτερα στην έκθεση Brundtland.

 Η συχνή χρήση της έννοιας της ΑΑ από μεγάλες επιχειρήσεις έχει συνδεθεί με τον όρο «οικολογικό ξέπλυμα» («greenwashing»). Σύμφωνα με έναν ορισμό, greenwashing θεωρείται η επιλεκτική δημοσιοποίηση θετικών πληροφοριών για το περιβαλλοντικό ή κοινωνικό πρόσωπο μιας επιχείρησης, χωρίς την πλήρη έκθεση των πιθανών αρνητικών παραμέτρων αυτών των διαστάσεων, ώστε να δημιουργηθεί μια υπερβολικά θετική εικόνα για την επιχείρηση (Bowen, 2014). Η ιδέα αυτή βασίζεται στην εκμετάλλευση της επιθυμίας των καταναλωτών να αγοράζουν προϊόντα και υπηρεσίες φιλικότερα προς το περιβάλλον, από τις εταιρείες, ώστε αυτές να προωθούν τα δικά τους προϊόντα. Οι επαγγελματίες των δημοσίων σχέσεων γνωρίζουν πολύ καλά πως να περνούν τα «πράσινα» μηνύματα και τις εικόνες με επιδέξιο τρόπο. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε μεγάλες εταιρείες πετρελαιοειδών στη χώρα μας, που υποστηρίζουν ως χορηγοί  προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για μαθητές. Εκτός των άλλων η κατάσταση αυτή μπορεί να δημιουργήσει παρανοήσεις ή και σύγχυση στους μαθητές για το σκοπό των προγραμμάτων αυτών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αντιλήψεις κάποιων στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων για την αειφορία, του «κόσμου της βιομηχανίας της αειφόρου ανάπτυξης», όπως χαρακτηριστικά τους αναφέρει ο ερευνητής (Springett, 2003). Η κατανόηση της ιστορίας, των θεμάτων και των βασικών αρχών που υποστηρίζουν την έννοια της ΑΑ, από αυτούς, φαίνεται να είναι αποσπασματική. Φαίνεται επίσης να γνωρίζουν κάποιες πτυχές της περιβαλλοντικής διαχείρισης, αλλά γενικά δεν έχουν διαβάσει ή διδαχθεί  κάτι σχετικό, δεν εκφράζουν καμία κριτική διάθεση βεβαίως, και χρησιμοποιούν ένα περιορισμένο και ελεγχόμενο λόγο για τις σχετικές με τα ζητήματα αυτά προσωπικές τους αντιλήψεις.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εφαρμογή πολιτικών που υποστηρίζουν ως μόνη λύση για την οικονομική ύφεση τη σκληρή λιτότητα που πλήττει τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, περιλαμβάνει στα σχετικά κείμενα-συμφωνίες πολύ συχνά τον όρο ΑΑ. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση  μεγάλων διεθνών εμπορικών συμφωνιών. Έτσι, η ΑΑ δε θα μπορούσε να απουσιάζει , με την έννοια της μεγέθυνσης αυτή τη φορά (“sustainable growth”), από το πρόσφατο μνημόνιο (memorandum of understanding) [8] που συνήφθη μεταξύ του Ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδας. Στη συζήτηση για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership) (TTIP), που έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις, η ΑΑ κυριαρχεί ως κεντρική έννοια σε σχετικές-θετικά διακείμενες-εισηγήσεις[9] σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Kοινοβουλίου. Οι αντιδράσεις από την κοινωνία των πολιτών εστιάζουν στο γεγονός ότι η συμφωνία αυτή απειλεί τη Δημοκρατία, το περιβάλλον, την ασφάλεια των τροφίμων, το δημόσιο τομέα και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα[10].

Εκπαίδευση για την αειφόρο ανάπτυξη

Η μετεξέλιξη της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης (Π.Ε.) σε εκπαίδευση για την αειφόρο ανάπτυξη (ΕΑΑ) θεωρήθηκε, σύμφωνα με πολλούς, το βήμα εκείνο που θα συνέβαλε στην προώθηση μιας καινοτόμου προσέγγισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων και των σχετικών με την αντιμετώπισή τους παιδαγωγικών διεργασιών (UNESCO,1997). Η έννοια της ΕΑΑ εισήχθη από διεθνείς οργανισμούς, (όπως ακριβώς και αυτή της ΑΑ), κομίζοντας ένα νέο, ελπιδοφόρο πνεύμα στο χώρο της εκπαίδευσης. Έτσι, ήδη από το 1990 σε σεμινάριο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) τέθηκε ο τίτλος «Διδάσκοντας για μια αειφόρο ανάπτυξη» (Gough, 1997). Στη γνωστή παγκόσμια διάσκεψη του Ρίο το 1992 και στο κεφάλαιο 36 της Ατζέντας 21 ορίστηκε ο αναπροσανατολισμός της εκπαίδευσης προς την αειφόρο ανάπτυξη, με παράλληλη στόχευση στην αύξηση του βαθμού ευαισθητοποίησης του κοινού και την παροχή σχετικής επιμόρφωσης του. Η UNESCO-UNEP το 1996 για την προώθηση αυτής της κατεύθυνσης πρότεινε να δοθεί έμφαση στο ρόλο της EAA.

To 1997 οργανώθηκε από την επιτροπή για την αειφόρο ανάπτυξη (CSD) της UNESCO η διεθνής διάσκεψη της Θεσσαλονίκης, που είχε ως θέμα την εκπαίδευση για την αειφορία. Στο κείμενο που προέκυψε από τη συνάντηση αυτή αναφέρεται η αντιμετώπιση βασικών παγκόσμιων ζητημάτων, όπως η φτώχεια, η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αύξηση του πληθυσμού, η ασκούμενη πίεση στο περιβάλλον και η έννοια της ανάπτυξης. Όλα αυτά εντάχθηκαν στο πλαίσιο της αειφορίας.

Η αειφορία αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα της Διεθνούς Διάσκεψης για την Αειφόρο Ανάπτυξη το 2002, στο Γιοχάνεσμπουργκ. Σε αυτή δίνεται έμφαση στις σχέσεις μεταξύ της φτώχειας, του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων.

Υλοποιώντας τις αποφάσεις της Διάσκεψης αυτής ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) κήρυξε τη δεκαετία 2005-2014 ως «Δεκαετία της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη» (ΔΕΑΑ) με συντονιστικό όργανο την UNESCO. Οι αντιδράσεις από ανθρώπους της Π.Ε. σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο σχετικά με την επιβολή αυτή και η ανάλογη κριτική που ασκήθηκε παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οι Λιαράκου και Φλογαίτη (2007) τονίζουν, αφενός την απουσία διαλόγου στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής κοινότητας για την μετάβαση προς την ΕΑΑ (σελ.17) και αφετέρου τον περιορισμό της χρήσης την έννοιας του περιβάλλοντος, τη θέση του οποίου κατέλαβε η οικονομία. Ως προς το περιεχόμενο και τη μεθοδολογία δε φάνηκε να υπάρχουν σημαντικές αλλαγές, αφού τα στοιχεία της διεπιστημονικότητας, της συστημικής προσέγγισης και της διάχυσης στο αναλυτικό πρόγραμμα π.χ. δεν αποτελούσαν κομμάτια μιας καινοτόμου διαδικασίας. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά υποστηρίζονταν ήδη επί τρεις δεκαετίες από την Π.Ε (σ. 74). Μεταξύ των πολλών γεγονότων που παραθέτουν οι συγγραφείς σημειώνεται αυτό της συνάντησης του δικτύου της Π.Ε. ENSI, το 2005, στο Ελσίνκι, όπου τέθηκε επιτακτικά η ανάγκη να συμπεριληφθεί στον τίτλο ο όρος της αειφόρου ανάπτυξης ως προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση από τον ΟΟΣΑ και την UNESCO (σ.32).  Από το Γιοχάνεσμπουργκ και μετά καθιερώθηκε σε όλα τα κείμενα του ΟΗΕ και των διεθνών οργανισμών ο όρος της ΕΑΑ. (σ.160). Τέλος, στο διεθνές Σχέδιο Εφαρμογής της UNESCO, το 2005, δεν υπήρχαν διατυπωμένες προτάσεις για πιθανή αλλαγή του παρόντος οικονομικού συστήματος. Σε καμία περίπτωση δεν  τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι δομές ελέγχου και εξουσίας του καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου. Δικαίως οι συγγραφείς αναρωτιούνται: «Κατά πόσο είναι εφικτό να ευδοκιμήσουν νέες αξίες χωρίς να συμβαδίζουν με ένα αντίστοιχο διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό όραμα, το οποίο να στηρίζεται από την κοινωνία;» (σ.76).

Ο Jickling (2005)  παρότι θεωρεί την ΑΑ σημαντική ιδέα, πιστεύει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη και προσοχή. Δεν την θεωρεί σκοπό της εκπαίδευσης και τονίζει ότι είναι λάθος να εκλαμβάνεται ως μια οργανωτική έννοια. Η ΕΑΑ, όσο δελεαστική κι αν φαίνεται σαν ιδέα, πιστεύει ότι δεν φτάνει τη δυναμική της Π.Ε.: τη δυνατότητα δηλαδή  να υπερβεί το παρόν, τη δυνατότητα να διαταράξει την  καθεστηκυία τάξη. (Ας σημειώσουμε εδώ βέβαια ότι οι παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση δεν περιορίζονται μόνο στο πλαίσιο της Π.Ε. και ας αναρωτηθούμε αν τελικά η Π.Ε. στην εφαρμογή της έχει να επιδείξει μια τέτοιου είδους δυναμική.)

Οι Huckle & Wals (2015), αποτιμώντας τη Δεκαετία της UNESCO για την ΕΑΑ (ΔΕΑΑ), χαρακτηρίζουν τη δεκαετία ως «μια απ’ τα ίδια» («business as usual»), σημειώνοντας ότι η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποτελεί ένωση κρατών και όχι των πολιτών του κόσμου.  Δεν μπορεί, άρα, να αντιπροσωπεύει τα κοινά τους συμφέροντα (των πολιτών) στην ΑΑ, επειδή τα συμφέροντα των περισσοτέρων ισχυρών κρατών είναι στενά συνδεδεμένα με αυτά του παγκόσμιου κεφαλαίου. Ξαναδιαβάζοντας το κείμενο της Διάσκεψης της Τιφλίδας και τη Χάρτα του Βελιγραδίου, οι δύο συγγραφείς τονίζουν  ότι η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε σχεδόν σαράντα χρόνια πριν ήταν περισσότερο ξεκάθαρη από αυτή της ΔΕΑΑ της UNESCO, όταν αναφερόταν στην παγκόσμια οικονομική και πολιτική τάξη και την ανάγκη για αλλαγή. Παραθέτουν στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το παλιό κείμενο: «Οι πολιτικές που στοχεύουν στη μεγιστοποίηση της οικονομικής απόδοσης χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις στην κοινωνία και τους διαθέσιμους πόρους για βελτίωση της ποιότητας ζωής, πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση» (UNESCO-UNEP, 1975: 2), για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «…ούτε το ενιαίο πλαίσιο της ΕΑΑ ούτε η ιστορία της ΑΑ συνδέονται επαρκώς με την πολιτική οικονομία του πραγματικού κόσμου». Αναρωτιούνται, τέλος, γιατί στο πλαίσιο της ΔΕΑΑ δόθηκε τόσο μεγάλη έμφαση στην προσωπική ενδυνάμωση και παρέμβαση, ενώ η δύναμη των συλλογικοτήτων και των κοινωνικών κινημάτων,  ως φορέων αλλαγής αντιμετωπίστηκε ως παράγοντας ήσσονος σημασίας.

Οι Selby & Kagawa (2010) χαρακτηρίζουν την ΕΑΑ ως σκόπιμα θολή και ασαφή στον ορισμό της, με σκοπό να θολώσει περισσότερο, παρά να αποσαφηνίσει ασάφειες και να γεφυρώσει ασυμβατότητες. Η  φαινομενικά ευχάριστη σχέση της με την παγκοσμιοποίηση έχει επιτρέψει τον εναγκαλισμό με τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της. Με αυτό τον τρόπο η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης υπεισέρχεται σιωπηρά συμβάλλοντας στην ανάπτυξη μιας  διαχειριστικής οπτικής για τη φύση. Δίνεται έτσι περισσότερο έμφαση  στο τεχνικό και το απτό κομμάτι της παρά στο αξιολογικό και το άυλο.

ΕΑΑ: η αισιόδοξη ματιά

Παρόλη την κριτική που έχει ασκηθεί, τόσο στην έννοια της αειφορίας, όσο και σε αυτή της ΕΑΑ θα πρέπει εδώ να επισημάνουμε τα θετικά χαρακτηριστικά και τη δυνατότητα που περιέχουν ώστε να συμβάλλουν στην προσπάθεια για αλλαγή στο σχολείο και την κοινωνία. Η συμμετοχή με κριτικό πνεύμα, αλλά με συναινετική διάθεση στο σχετικό διάλογο έχει αρκετές πιθανότητες να οδηγήσει σε μια λογική δημιουργικής σύνθεσης. Ίσως ακριβώς γι αυτό το σκοπό είναι χρήσιμη η πρόταση του Γεωργόπουλου (2004) για αντιμετώπιση των δύο ρευμάτων, του οικοκεντρικού και του τεχνοκεντρικού (αν τελικά περιοριστούμε σε αυτά τα δύο), ως συμπληρωματικών συστατικών του ίδιου περιβαλλοντικού προβληματισμού. Ίσως ακόμα θεωρήσουμε ως πλεονέκτημα το γεγονός ότι η ΕΑΑ βοηθά στη σύναψη συμμαχιών ανάμεσα σε πολύ ενδιαφέρουσες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις ώστε μαζί να συνθέσουν ένα αποφασιστικό μετασχηματιστικό αποτέλεσμα στη δομή της συμβατικής εκπαίδευσης. Αν δεν ακολουθήσουμε έναν τέτοιο δρόμο, αν δηλαδή απορρίψουμε την έννοια της αειφορίας υπάρχει ο κίνδυνος, όπως αυτός εκφράζεται από τη Φλογαΐτη (2006), να προσλαμβάνει άκριτα κάθε φορά τις σημασίες και τις πρακτικές που θα της δίνουν τα διάφορα κέντρα εξουσίας, αντί να τη νοηματοδοτούν οι ίδιοι οι πολίτες.  Η αειφορία άλλωστε (ως βιωσιμότητα και πάλι) εξυμνείται από τους Καλαϊτζίδη και Ουζούνη (ό.π.) ως ηθική αρχή ταυτιζόμενη με την ισότητα μεταξύ των γενεών, που υλοποιείται μέσω της δημοκρατίας και του κοινωνικού ελέγχου. Ως προϋπόθεση για τη βιώσιμη κοινωνία θεωρείται η αναδόμησή της με σκοπό την εξάλειψη των ιεραρχικών δομών, των ταξικών σχέσεων και της οικονομικής εκμετάλλευσης, που υποβαθμίζουν τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Η δε εκπαίδευση για τη «βιωσιμότητα» αφορά στη δημιουργία και την έγερση της συνείδησης.  Στο ίδιο θετικό πνεύμα βρίσκεται και η θέση των Fien & Tilbury  (2002) για το ότι η εκπαίδευση που στοχεύει στην επίτευξη της αειφορίας διαφοροποιείται από την ΠΕ  εστιάζοντας στην ανάπτυξη διασυνδέσεων μεταξύ της ποιότητας του περιβάλλοντος, της ισότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ειρήνης και των  πολιτικών απειλών που αυτά αντιμετωπίζουν.

Ας υπενθυμίσουμε εδώ τις προσδοκίες κάποιων σημαντικών ανθρώπών της Π.Ε. που ρωτήθηκαν παλιότερα για τα χαρακτηριστικά της ΕΑΑ  σε σχέση με την Π.Ε.(Hesselink et al, 2000). Ο John Huckle θεώρησε την ΕΑΑ βαθύτερα και περισσότερο εστιασμένη στην κριτική προσέγγιση σε σχέση με την Π.Ε. Θεώρησε επίσης ότι έχει περισσότερο ισχυρούς δεσμούς με την κοινωνική και πολιτική εκπαίδευση. Ο Peter Poschθεώρησε ως προϋπόθεση τη διαμόρφωση της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με το περιβάλλον με μια πνευματική, υλική, κοινωνική και συναισθηματική αίσθηση ώστε να επιτευχθεί μια διαρκής ποιότητα ζωής για όλους. Αν ερμηνευτεί έτσι η ΑΑ, ισχυρίστηκε, τότε  δίνει ένα χρήσιμο προσανατολισμό στην ΠΕ.  

Επίλογος

Μέσω της παράθεσης απόψεων με έντονο το στοιχείο της κριτικής, είτε για την έννοια της ΑΑ, είτε για την ΕΑΑ, δεν προσπαθούμε να αναπτύξουμε μια ακόμα θεωρία συνομωσίας, (όπως σημειώνει και ο Σμπώκος (ό.π.) ) για τη λειτουργία θεσμών και παγκόσμιων οργάνων.  Και για τις δύο περιπτώσεις, όμως (ΑΑ,ΕΑΑ),  παρατηρούμε κάποιες κοινές ανησυχίες αναφορικά με τις προσεγγίσεις των διεθνών οργανισμών. Οι «από τα πάνω» (top-down) πρωτοβουλίες, εκτός από την αποτελεσματικότητά τους θα έπρεπε να κριθούν και για τις ίδιες τις διαδικασίες που ακολουθούν, παρά τις δηλωμένες τους αγνές προθέσεις.

Η δυσκολία του εγχειρήματος της ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής δικαιοσύνης φαίνεται να είναι εγγενής σε ένα παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό σύστημα, που αποδεδειγμένα δεν θέτει παρόμοιες προτεραιότητες.

Τα παγκόσμια αυτά προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εισαγωγή νέων εννοιών και όρων, παρά με πολιτικές που πρέπει να αποφασισθούν και να εφαρμοστούν.  Πρόκειται, άρα, για ένα καθαρά πολιτικό ζητούμενο, το οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί από διεθνείς οργανισμούς. Η ρητορική για την αειφορία και την ΑΑ, μπορεί να γεννά προβληματισμό, δεν μπορεί όμως να  αποτελέσει ένα αυτόνομο εργαλείο για την επίλυση προβλημάτων που θεωρούνται σύμφυτα σε ένα παγκόσμιο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, όπου κυριαρχεί η συνεχής, αλόγιστη και άνιση κατασπατάληση των φυσικών πόρων, η κοινωνική ανισότητα, η φτώχια, οι περιορισμοί στην εργασία, στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση κ.ά. Η αέναη και χωρίς όρια καπιταλιστική ανάπτυξη, που γεννά αυτά τα προβλήματα, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με πολιτικές οι οποίες θα την σταματήσουν. Η αειφορία σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο, υπό την προϋπόθεση της δέσμευσης για άμεση εφαρμογή της σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς υπαναχωρήσεις και αστερίσκους.

Η συζήτηση για την αειφόρο ανάπτυξη και η πιθανή αμφισβήτησή της δεν γίνεται παρά επειδή οφείλουμε να κάνουμε αυτό που γνωρίζουμε από την Π.Ε.: να «βλέπουμε πίσω από τα πράγματα». Να αναπτύσσουμε μαζί με τους μαθητές  μας την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Αυτή την αναγκαία διαδικασία στο πλαίσιο της εκπαίδευσης για την αειφορία, που στοχεύει στην καλλιέργεια ατόμων ικανών να κατανοούν τις συγκρούσεις που εμπεριέχονται στον τρόπο θεώρησης των προβλημάτων και της αντιμετώπισής τους από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες (Δημητρίου, ο.π.). Σε πολιτικό επίπεδο να  αναγνωρίζουν τα συμφέροντα από τα οποία εκπορεύονται οι ομάδες αυτές. Η κριτική ΕΑΑ στοχεύει στην καλλιέργεια προσωπικής και συλλογικής δέσμευσης και στην ενδυνάμωση των ατόμων ώστε να καταστούν παράγοντες κοινωνικής αλλαγής στο πλαίσιο της αειφορίας. Με βάση αυτές τις αρχές μπορεί να αναπτυχθεί ο διάλογος με μαθητές και εκπαιδευτικούς για ανάλογα ζητήματα, αναζητώντας όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες και προσεγγίζοντάς τα ολόπλευρα. Με αυτή την έννοια δε μας μένει παρά να συμφωνήσουμε με τον Jickling (1994) που, παρότι δε θα ήθελε οι μαθητές του να «εκπαιδευτούν για την αειφόρο ανάπτυξη», θα επιθυμούσε όμως «να γνωρίζουν ότι ο όρος αυτός αμφισβητείται, να αξιολογούν την κριτική που γίνεται και να συμμετέχουν σε αυτή αν το αντιλαμβάνονται ως ανάγκη». Να επιτραπεί τελικά στους μαθητές να συζητήσουν, να αξιολογήσουν και να κρίνουν τις σχετικές δυνατότητες αμφισβήτησης, αποφεύγοντας τον καθοδηγητικό ρόλο της επιβολής της ΕΑΑ. Είναι προτιμότερο τελικά, αντί να θέτουμε ερωτήσεις για τον ορισμό της αειφόρου ανάπτυξης, να προσπαθήσουμε να την νοηματοδοτήσουμε αναζητώντας σταθερά τις θετικές πλευρές της αειφορίας.

Χωρίς να δαιμονοποιούμε έννοιες που, παρόλη τη στρεβλή αντίληψη και εφαρμογή τους, περιέχουν θετικό φορτίο, θα υπενθυμίσουμε (υιοθετώντας την) την πρόταση της Φλογαίτη (2006)-αναφέρεται και στο Λιαράκου & Φλογαίτη (ό.π.)-για τη χρήση του όρου  «εκπαίδευση για το περιβάλλον και την αειφορία», αντί αυτού της «εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη», θεωρώντας ότι αδικεί λιγότερο την ίδια την αειφορία.

Τέλος, έχοντας κατά νου ότι ένα από τα βασικά συστατικά της Π.Ε. είναι η αισιοδοξία, ας ακολουθήσουμε την παρότρυνση του Σμπώκου (ό.π.) για διαφορετικό σκοπό εδώ: ας κλείσουμε για λίγο τα μάτια και ας σκεφτούμε τι μπορεί να σημαίνει για μας η αειφορία. Επικοινωνώντας νοερά ας μοιραστούμε δικούς μας ορισμούς και συμπεράσματα, με θετική πάντα διάθεση. Μια πιθανή πολυχρωμία ελπιδοφόρων απαντήσεων μπορεί να είναι χρήσιμη για εμάς, για τους μαθητές μας και ίσως για το μέλλον.

Βιβλιογραφία

Ξενόγλωσση 

Basiago, Α. (1995). Μethods of defining ’sustainability’.  Sustainable Development, 3, 109-119.

Bowen, F. (2014).  After Greenwashing.  Symbolic Corporate Environmentalism and Society. London:Cambridge University Press.

Dobson, Α.(1996). Environment sustainabilities: An analysis and a typology. EnvironmentalPolitics, 5(3), 401-428.

Emanuel, R. & Adams, J.N. (2011). College students’ perceptions of campus sustainability. International Journal of Sustainability in Higher Education, 12, 1, 79-92.

Gough, A. (1997). Education and the environment: Policy, Trents and the Problems of Marginalization. Melbourne: The Australian Council for Research.

Harribay, M.(1998). Ledeveloppementsoutenable. Paris: Economica.

Hesselink, F., Van Kempen, P. P. & Wals, A. (2000).  ES Debate: International On-line Debate on Education for Sustainable Development. Retrieved from IUCN (International Union for the Conservation of Nature) website: https://portals.iucn.org/library/efiles/edocs/2000-034.pdf .

Huckle, J.(2006). Citizenship Education for Sustainable Development in Initial Teacher Training [πανεπιστημιακές σημειώσεις]. Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Π.Μ.Σ. Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Χειμερινό εξάμηνο 2005-2006. Ρόδος.    

Huckle, J. & Wals, E.J. (2015). The UN Decade of Education for Sustainable Development: business as usual in the end. Environmental Education Research, 21, 3, 491–505.

IUCN, WWF, UNEP (1991). Caring for the Earth - Sustainability: a question of definition Chapter 1. Box 1. Retrieved from University of Wollongong website: http://www.uow.edu.au/~sharonb/STS300/sustain/meaning/defarticle2.html .

Jacobs, M.(2004). Sustainable development as a contested concept.  In Dobson,A.(ed)Fairness and futurity. Essays on environmental sustainability and social justice. (pp. 21-45) NY: Oxford University Press. ¶

Jickling, Β. (1994). Studying Sustainable Development: Problems and Possibilities. Canadian Journal of Education, 19, 3, 231-240.

Jickling,  B. (2005).  Sustainable Development in a Globalizing World: a few cautions.   Policy Futures in Education, 3, 3, 251-259.

Jucker, R. (2002). “Sustainability? Never heard of it”. Some basics we shouldn’t ignore when engaging in education for sustainability. International Journal of sustainability in Higher Education, 3,1, 8-18.

Lélé, S. (1991). Sustainable Development: A Critical Review.  World Development. 19 (6) 607–21.

Mannion, A.M. and Bowlby, S.R. (1992).  Environmental Issues in the 1990s. Chichester: Wiley & Sons.

Mudacumura, G., Mebratu, D. & Haque, S. (2006) Sustainable Development Policy and Administration. New York: CRC Press Taylor & Francis.

Orr, D. (1992). Ecological Literacy. Education and the transition to a postmodern world. Albany N.Y.: State University of New York Press.

Rees,W. (1990).  The ecology of sustainable development. TheEcologist, 20 (1), 18-23.

Sachs, W.( 1992) The Development Dictionary: A Guide to Knowledge as Power. London : Zed Books.

Selby, D., and Kagawa, F. (2010). Runaway Climate Change as Challenge to the ‘Closing Circle’ of Education for Sustainable Development. Journal of Education for Sustainable Development, 4 (1), 37–50.

Springett, D. (2003). Business conceptions of sustainable development.  Business Strategy and the Environment, 12, 71–86.

Trainer, T.(1990). A rejection of the Brundtland Report., Infa Dossier 77, May-June, p. 77-78.

UNESCO (1975). The Belgrade Charter. A Global Framework for Environmental Education. Retrieved from UNESCO website: http://portal.unesco.org/education/en/files/33037/10935069533The_Belgrade_Charter.pdf/The+Belgrade+Charter.pdf    

UNCED (United Nations Conference on Environment & Development)  (1992). AGENDA 21.  Retrieved from UN website: https://sustainabledevelopment.un.org/content/documents/Agenda21.pdf .

UNESCO (1997). Educating for a Sustainable Future: a Transdisciplinary Vision for
Concerted Action.
 Retrieved from UNESCO website:  http://www.unesco.org/education/tlsf/mods/theme_a/popups/mod01t05s01.html .

Verstegen, S. & Hanekamp,J. (2005). The sustainability debate: Idealism versus conformism-the controversy over economic growth. Globalizations, 2, 3 ,  349-362.          

WCED (World Commission on Environment and Development) (1987). Our Common Future. Oxford: Oxford University Press.

Ελληνόγλωσση

Αράπογλου, Π. (2007) Οι Μύθοι για την Οικολογική Κρίση. Υπάρχει Λύση;. Περιεκτική Δημοκρατία, 15, Γενάρης-Μάρτης. http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is15/issue_15_pantelis_ecological.htm#_edn5 

Γεωργόπουλος, Α. (2004) «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση: Μερικά Κομβικά Ζητήματα/Προκλήσεις Μπροστά στον 21ο Αιώνα». Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 134,  128-142

Γεωργόπουλος, Α. (2010). Το υπέρτατο καθήκον προς τη βιόσφαιρα: Αποανάπτυξη. Στο Παπανικολάου, Ε. (επιμ.) Περιβάλλον Κοινωνία Ηθική. 2η Διεθνής Ημερίδα Περιβαλλοντικής Ηθικής (σ. 98-127). Αθήνα: Εκδόσεις Αειφορία.

Δημητρίου, Α. (2009) Περιβαλλοντική εκπαίδευση: Περιβάλλον, αειφορία. Θεωρητικές και παιδαγωγικές προσεγγίσεις. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Ευκολίδου, Α., Ράγκου, Π. & Καΐλα, Μ. (2014). Δυσκολίες και εμπόδια για την προώθηση της εκπαίδευσης για την αειφόρο ανάπτυξη στο ελληνικό σχολείο. Πρακτικά 5ου Περιβαλλοντικού Συνεδρίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 14-16 Μαρτίου.

Θεριανός, Κ. (2013). Κριτική Παιδαγωγική: τι είναι και τι δεν είναι. Κριτική Παιδαγωγική. Ανακτημένο από το δικτυακό τόπο  http://criticeduc.blogspot.gr/2013/02/blog-post_4154.html  στις 25-2-2015.

Καλαϊτζίδης, Δ. & Ουζούνης, Κ. (2000). Περιβαλλοντική Εκπαίδευση. Θεωρία και πράξη. Ξάνθη: Εκδόσεις Σπανίδη.

Λατούς, Σ.(2008). Το στοίχημα της αποανάπτυξης. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

Λιαράκου, Γ.& Φλογαΐτη, Ε. (2007). Από την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στην Εκπαίδευση για την Αειφόρο Ανάπτυξη. Αθήνα: Νήσος.

Μονμπιότ, Τ. (2008).  HEAT. Πώς να σώσουμε τον πλανήτη από τον φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αθήνα: Εκδ. Ψυχογιός

Μπαρμπέρη, Π. (2005). Οι αντιλήψεις των νηπιαγωγών για την αειφορία. Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. ΠΜΣ «Θεωρία, πράξη και αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου», Τμήμα Φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ντάφης, Σ. (1994). Αειφορία και αειφορική ανάπτυξη. Αμφίβιον. τ. 7.

Παπαδημητρίου, B. (1998). Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και Σχολείο. Μια διαχρονική θεώρηση. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Παπανικολάου, Α., Ράγκου, Π., Καραμέρης, Α. (2009). Διερεύνηση των αντιλήψεων εκπαιδευτικών Α/θμιας και Β/θμιας  εκπαίδευσης για θέματα σχετικά με την αειφόρο ανάπτυξη. Στο Καίλα, Μ., Κατσίκης, Α., Φώκιαλη, Π., Ζαχαρίου, Α. (2009) Εκπαίδευση για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη: νέα δεδομένα και προσανατολισμοί. (σ. 465-494). Αθήνα: Ατραπός.

Rauch, F. (2008). Η σύνδεση της έρευνας με την εκπαίδευση. Μια διεπιστημονική πρόκληση στην εκπαίδευση για την αειφόρο ανάπτυξη. Στο Φλογαίτη, Ε.& Λιαράκου, Γ. Η έρευνα στην εκπαίδευση για την αειφόρο ανάπτυξη. (σ.57-76). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Ρόκος, Δ.( 2005). Από τη "Βιώσιμη" ή "Αειφόρο" στην Αξιοβίωτη Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη

Σμπώκος (2015).  Η επινόηση της αειφορίας. Πώς επικράτησε το δόγμα της αέναης προόδου. Αθήνα: Εκδόσεις Οκτώ.

Φλογαΐτη, E.(2005). Εκπαίδευση για το Περιβάλλον και την Αειφορία.. Αθήνα: Ελληνικά γράμματα.

Φώκιαλη, Π., Μουστάκας, Λ. (2010). Γνώσεις των μαθητών Λυκείου για τα περιβαλλοντικά ζητήματα και την αειφόρο ανάπτυξη: μελέτη περίπτωσης στην πόλη της Ρόδου. Στο Κανελλάκη, Σ., Μαριδάκη, Παπαβασιλείου, Β. (2010) Διεργασίες σκέψης στο σχολείο και το περιβάλλον. Αθήνα: Πεδίο.  

Σημειώσεις

[1] Ο Θεριανός (2013) διαχωρίζει τη γενική και αόριστη «ανάπτυξη της κριτικής σκέψης» που συνήθως περιλαμβάνεται σε σχετικές εκθέσεις νομοσχεδίων ή στους στόχους των νέων αναλυτικών προγραμμάτων, από την κριτική παιδαγωγική. Η πρώτη περίπτωση θεωρεί ότι υπηρετεί τη νεοφιλελεύθερη άποψη που συνδέεται  με την αξιοποίηση των δεξιοτήτων του ατόμου από την αγορά εργασίας, ενώ η δεύτερη στοχεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό. 

[2] Ο Μπλιώνης (2009)[2] συνδέει την αειφορία με την έννοια της φέρουσας ικανότητας, δηλαδή το μέγιστο πληθυσμιακό μέγεθος που μπορεί να στηρίξει ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Ο προσδιορισμός βέβαια της  έννοιας αυτής   προϋποθέτει ότι κάθε μονάδα  θεωρείται ως έχουσα την ίδια περίπου βαρύτητα, γεγονός που περιπλέκει την κατάσταση στην περίπτωση των ανθρώπινων κοινωνιών, όπου υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Για το λόγο αυτό σημαντικό ρόλο για την εκτίμησή της φέρουσας ικανότητας παίζει το κριτήριο που κάθε φορά επιλέγεται, ενώ για τους ανθρώπινους πληθυσμούς εξαρτάται από το επίπεδο διαβίωσής τους. 

[3] The Guardian, 9 September 2014. Greenhouse gas emissions rise at fastest rate for 30 years http://www.theguardian.com/environment/2014/sep/09/carbon-dioxide-emissions-greenhouse-gases

[6] Italcementi Group (2010) Έκθεση Αειφόρου Ανάπτυξης http://www.halyps.gr/NR/rdonlyres/EBD4F724-189C-4DDA-8618-F6E3B5859A39/0/SDreportexecutivesummarygreek.pdf

[7] IPCC(2014). Climate Change 2014: Impacts, Adaptation, and Vulnerability. Part A:
Global and Sectoral Aspects. Contribution of Working Group II to the Fifth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change https://ipcc-wg2.gov/AR5/images/uploads/WGIIAR5-PartA_FINAL.pdf  (accessed 3 February 2016)

[9] Έγγραφο εργασίας της  Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (9.1.2015) http://www.europarl.europa.eu/meetdocs/2014_2019/documents/inta/dt/1045/1045492/1045492el.pdf

[10]Hilary, J. (2016) Διατλαντική εταιρική σχέση εμπορίου και επενδύσεων http://rosalux.gr/sites/default/files/publications/rosa_final_gr_updated_edition_apr2016_web.pdf