Η παιδαγωγική της Π.Ε και η Βιωματική εκπαίδευση

Συγγραφέας: 

Γνώρισα τον κ. Γεωργόπουλο το 1987, όταν άρχισα να διδάσκω στο νέο-ϊδρυθέν Τμήμα Νηπιαγωγών του ΑΠΘ,  λίγα χρόνια αφού είχε επιστρέψει από το Μάντσεστερ της Αγγλίας. Ηταν ένας νέος συμπαθής και μειλίχιος καθηγητής. Δεν είχα καταλάβει με τι αγωνιστικό, επίμονο και αποτελεσματικό άνθρωπο είχα να κάνω.

Έδειξε ενδιαφέρον για τα μαθήματά μου και ιδιαίτερα για τα εργαστήρια έκφρασης και επικοινωνίας που έκανα. Αποφασίσαμε να προτείνουμε από κοινού ένα μάθημα, το Ανθρώπινη Οικολογία.  Θέλαμε να μελετήσουμε το ανθρώπινο περιβάλλον, τη συμπεριφορά δηλαδή και τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Ομάδα μελέτης μας  ήταν οι ίδιοι οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μας. Αυτός είχε σπουδάσει Χημικός στην Αθήνα, και στη συνέχεια μεταπτυχιακό και διδακτορικό στο Μάντσεστερ. Ενδιαφέρονταν για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και αργότερα για τις Σπουδές Ειρήνης. Εγώ είχα σπουδάσει Φυσικός στη Θεσσαλονίκη, και  στη συνέχεια  Επιστήμες της Παιδείας όπως και Κλινική Κοινωνική Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία στο Παρίσι. Ενδιαφερόμουν για την Εμψύχωση των Ομάδων και την Ψυχοθεραπεία.

Ο καθένας διατήρησε τα ιδιαίτερά του επιστημονικά ενδιαφέροντα αλλά η συνεχής επικοινωνία και η από κοινού εμψύχωση των εργαστηρίων μας, δημιούργησε μια τέτοια ώσμωση που τόσο θεωρητικά όσο και στην πράξη μας οδήγησε να διαμορφώσαμε από κοινού ένα τομέα που εισήγαγε στην Ελλάδα, παράλληλα με κάποιους λίγους άλλους, αυτό που λέμε Βιωματική Εκπαίδευση. Αυτό όχι μόνο στην Περιβαλλοντική εκπαίδευση, αλλά στο σύνολο της Εκπαίδευσης, στην Ειδική Αγωγή, στην Αγωγή Υγείας, στην Εκπαίδευση και στην Επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Εχουμε δημιουργήσει ένα πεδίο έρευνας και εφαρμογών  στη Βιωματική Εκπαίδευση και στην Εκπαίδευση Εμψυχωτών. Εχουμε εξαιρετικά αποτελέσματα τόσο στο πεδίο της έρευνας και της θεωρητικής επεξεργασίας όσο και σε αυτό των εφαρμογών. Η επιρροή που ασκήσαμε και συνεχίζουμε να ασκούμε στο επιστημονικό και στο εκπαιδευτικό περιβάλλον ομολογώ έχει ξεπεράσει οτιδήποτε θα μπορούσαμε να φαντασθούμε όταν ξεκινούσαμε. 

Το έργο όμως του κ. Γεωργόπουλου ανοίγεται σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο από αυτό που προσεγγίσαμε από κοινού. Ερευνες, δημοσιεύσεις, διδασκαλία, πολιτική και ακτιβιστική εμπλοκή και δράση στον χώρο της Οικολογίας, όπως και προσωπική υπαρξιακή αναζήτηση με θάρρος και επιμονή, συνθέτουν ένα έργο στοχαστικό, βαθειά προσωπικό και συγχρόνως επιστημονικό, συγκροτημένο και συστηματικό. Η εκ των ένδω γνώση των Θετικών επιστημών όπως και η συστηματική ενασχόληση και προσωπική εμπλοκή στο πεδίο των Ανθρωπίνων επιστημών, του δίνει τη δυνατότητα ολιστικής εποπτείας του πεδίου του. Το διεκδικεί με επιμονή και αποφασιστικότητα, μη φειδόμενος την τεράστια προσπάθεια που απαιτείται γι΄αυτό.

***

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, το Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, με υπότιτλο Ζητήματα ταυτότητας, είναι ένα ογκώδης τόμος, 382 πυκνογραμμένων σελίδων, που διατρέχει διεξοδικά και με λεπτομέρεια κάποια σημαντικά και κομβικά θέματα που απασχολούν σήμερα την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.

Η επισκόπηση κατ΄αρχάς που κάνει της σχετικής βιβλιογραφίας, ελληνικής και ξένης,  αφήνει άφωνο τον αναγνώστη και τον μελετητή. Μπαίνει σε συζήτηση με τις έρευνες και τις θεωρίες που παρουσιάζει και επιχειρηματολογεί δίχως να απορρίπτει ή να παραμερίζει αυτά με τα οποία δεν συμφωνεί. Αναλαμβάνει την ευθύνη των θέσεών του για μια Π.Ε. ως κλάδο των ανθρωπίνων και όχι των θετικών επιστημών. Αυτό δεν το κάνει προκλητικά και επιθετικά, ούτε όμως διστακτικά και επιφυλακτικά. Επιχειρηματολογεί με σαφήνεια, συζητεί δυναμικά, τοποθετείται ξεκάθαρα.

Μιλάει σε πρώτο πρόσωπο και δεν κρύβεται πίσω από την  ουδετερότητα του ερευνητή, την οποία και δεν εμπιστεύεται. Πιστεύει στη δυναμική της εμπλοκής του ερευνητή στο αντικείμενο της έρευνάς του. Το πεδίο των ερευνών του είναι αχανές και έχει  πλήρη συνείδηση του έργου που απαιτείται αλλά και του ρίσκου να προτείνει σοβαρά και τεκμηριωμένα αναλύσεις και προτάσεις εφαρμογής, μέσα σε μια διαφορετική επιστημολογική προσέγγιση απ' ότι αυτή  του ορθολογισμού και του  θετικισμού.

***

Συνεχίζοντας θα μιλήσω για την παιδαγωγική διάσταση του έργου του, και ειδικότερα για τη Βιωματική εκπαίδευση που έχει κεντρική θέση στις αναλύσεις και προτάσεις του. Ο κ. Γεωργόπουλος με το βιβλίο του μετακινεί αποφασιστικά το βάρος της προβληματικής του στην Εκπαίδευση. Τα περιβαλλοντικά ζητήματα, δίχως να υποτιμά καθόλου τη σημασία τους, υποστηρίζει ότι  ανήκουν στο πεδίο των Φυσικών επιστημών. Αντίθετα την Π.Ε. τη βλέπει ως κατ΄εξοχήν παιδαγωγική πρόταση στο χώρο των Ανθρωπίνων επιστημών και το υποστηρίζει με  πειστικότητα.

Με την πολυετή ενασχόλησή του, ερευνητική, διδακτική και επιμορφωτική, εντρυφεί αποτελεσματικά σε θέματα των Επιστημών της Παιδείας, και όχι αποκλειστικά σ' αυτά της Π.Ε. Εξετάζει τη λειτουργία παιδαγωγικών συστημάτων και εφαρμογών τους σε διάφορες εποχές και περιπτώσεις, από την ερβαρτιανή νοησιαρχία μέχρι τις τολμηρές προτάσεις του Τολστόϊ στις αρχές του 20ου αιώνα, των σχολείων του Αμβούργου στο μεσοπόλεμο, του Σάμμερχιλ, των σχολείων του Reggio Emilio. Υπεραμύνεται των αποτελεσμάτων των τελευταίων και αναδεικνύει τη σημασία τους όχι μόνο για την Π.Ε. αλλά για τη σύγχρονη παιδαγωγική, την έρευνα και τις εφαρμογές στα σχολεία.

Εκεί όμως που επικεντρώνει την προσοχή του ιδιαίτερα είναι η Βιωματική Εκπαίδευση. Εχει πεισθεί για τη σημασία της  μέσα από τα 30 χρόνια της εμπλοκής του σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, της έρευνας και της εφαρμογής. Εχει πεισθεί μέσα από την προσωπική του εμπλοκή  σε ομάδες έκφρασης, επικοινωνίας,  προσωπικής ανάπτυξης, μέσα από τη συστηματική και πολύχρονη εκπαίδευσή του στη Μη Κατευθυντική Εμψύχωση των Ομάδων και την εφαρμογή της σε προπτυχιακά μαθήματα και εργαστήρια, σε επιμορφώσεις και σεμινάρια. Κορύφωση του εκπαιδευτικού του έργου είναι το διετές πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εμψυχωτών στο διατμηματικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα Π.Ε. του ΑΠΘ, του οποίου είναι ο διευθυντής. Εχει πεισθεί ότι η Βιωματική Εκπαίδευση ανταποκρίνεται καίρια και αποτελεσματικά στις ανάγκες μαθητών, φοιτητών και εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων και έχει διαμορφώσει μια υλοποιήσιμη παιδαγωγική πρόταση με εξαιρετικά αποτελέσματα. 

Επιτρέψτε μου να πω εδώ δυό λόγια για τη Βιωματική Εκπαίδευση. Η διδασκαλία ενός γνωστικού αντικειμένου για να οδηγήσει στη μάθηση οφείλει να μετατραπεί σε βίωμα, να αγγίξει και να κινητοποιήσει τα ενδιαφέρον του μαθητή. Οφείλει δηλαδή να τον συν-κινήσει. Αυτός είναι ένας σύγχρονος ορισμός του Βιώματος  και της Βιωματικής Εκπαίδευσης και σαν τέτοιος δεν παραπέμπει αποκλειστικά στην κινητοποίηση μόνο των αισθήσεων κα των αισθησιοκινητικών λειτουργιών στις out door δραστηριότητες και στη δράση επί του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τη μέθοδο των Βιωμάτων του John Dewey, το περίφημο Learnigbydoing. Ο σύγχρονος αυτός ορισμός παραπέμπει στην κινητοποίηση του συνόλου των ψυχικών λειτουργιών, από τις πιο σωματικές μέχρι τις πιο αφηρημένες και νοητικές, έξω αλλά και μέσα στο σχολείο, όπως και στο σπίτι, στη διασκέδαση και στον ελεύθερο χρόνο, παντού. Το βίωμα δεν παραπέμπει μόνο στην κίνηση και στη δράση,  όπως εσφαλμένα πολλοί πιστεύουν και εφαρμόζουν, αλλά παραπέμπει και στη σκέψη, ακόμη και εν ακινησία θα έλεγα, μελετώντας ένα πρόβλημα ή διαβάζοντας ένα βιβλίο, όπως παραπέμπει και στη φαντασία, τη θέληση, την προβολή στο μέλλον, την κοινωνικότητα, την οργανωτικότητα, όπως παραπέμπει και στον αισθησιασμό και τη σεξουαλικότητα. Το βίωμα αφορά  όλες τις  πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης και λειτουργίας. Όλα αυτά συνιστούν βίωμα και βιωματική εμπειρία, αρκεί να ενδιαφέρουν και να συγκινούν, και να μην εκτελούνται μηχανικά και αδιάφορα, υπό το κράτος πιέσεων και απειλών κάθε τύπου.

Η Βιωματική Εκπαίδευση λοιπόν επανέρχεται συνεχώς στις αναλύσεις και στις προτάσεις του κ. Γεωργόπουλου, σε όλο το μήκος του βιβλίου του. Δεν μιλάει γι' αυτήν θεωρητικά και από καθ' έδρας. Την έχει βιώσει προσωπικά όπως είπα, σε βάθος, έχει εμπλακεί και έχει επηρεασθεί. Παράλληλα, ως γνήσιος ερευνητής τη δοκιμάζει και αλλού, στήνει εκτεταμένα ερευνητικά προγράμματα, μελετά διαδρομές, εργασίες και συνεντεύξεις εξαιρετικά μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων φοιτητών και εκπαιδευτικών στα μαθήματα, στα εργαστήριά και στις εκπαιδεύσεις που συντονίζει. Εχει γίνει εξπέρ στην ανάλυση του περιεχομένου συνεντεύξεων, στην εμψύχωση των ομάδων, στη μελέτη και στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους.

Παράλληλα παρακολουθεί τα θεωρητικά και μεθοδολογικά δεδομένα συναφών επιστημών. Δεν είναι μόνο στο 4ο κεφάλαιο του  πρώτου μέρους του βιβλίου που βρίσκουμε αναφορές σε θέματα  Ψυχοπαιδαγωγικής, Ψυχολογίας της μάθησης και  Κοινωνικής ψυχολογίας. Ολόκληρο το βιβλίο διατρέχουν  αναλύσεις και προτάσεις σχετικά με την καλλιέργεια της φαντασίας και της δημιουργικότητας, την εμβάθυνση της έκφρασης και της επικοινωνίας, των δημοκρατικών εκπαιδευτικών λειτουργιών, κ.ά., για να υποστηρίξει την Παιδαγωγική λειτουργία της Π.Ε.  Συνεχώς επανέρχεται και συζητά  για τη σημασία της Β.Ε., με βάση τις έρευνες και τις προτάσεις του John Dewey, William Kilpatric, Abraham Maslow, Carl Rogers, Paolo Freire, όπως και πολλών σύγχρονων ερευνητών, Ελλήνων και ξένων. Δεν μένει στην επιφάνεια των γενικών θεωρήσεων αλλά μπαίνει σε λεπτομερή συζήτηση και επεξεργασία, ώστε να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της πρόκλησης που συνιστά η Βιωματική Εκπαίδευση για το σύγχρονο σχολείο.

*

Μέσα στην ευρύτερη φιλοσοφική και επιστημολογική του τοποθέτηση καταδεικνύει την σχετική επικράτηση στην Π.Ε. σήμερα ενός τεχνοκρατικού πνεύματος με επικέντρωση στη διδασκαλία των γνωστικών αντικειμένων, σε βάρος της ολόπλευρης ανάπτυξης ενδιαφερόντων, έρευνας και κριτικού πνεύματος. Αναλύει τις εγκατεστημένες μέθοδους και πρακτικές  στο χώρο της εκπαίδευσης ως γνωστικο-συμπεριφορική καθήλωση όπως χαρακτηριστικά λέει,  και επιβολή τελικά κατευθυντικών και κυριαρχικών μοντέλων και αντιλήψεων. Υποστηρίζει ότι η επικράτηση των Επιστημών του Περιβάλλοντος ως κύριο ή και αποκλειστικό αντικείμενο διδασκαλίας της Π.Ε., οδηγεί πολύ συχνά σε αυτοαποκλεισμό  εκπαιδευτικών των μη θετικών επιστημών, όπως είναι οι φιλόλογοι, εγκαθιστώντας θετικιστικές μεθόδους και αντιλήψεις της διδασκαλίας, που καμία σχέση δεν έχουν με το πνεύμα και τους στόχους της Π.Ε.

*

Επιχειρηματολογώντας μπροστά σε αυτό το φαινόμενο προβληματίζεται πάνω στη δυνατότητα σύζευξης  του Ερμηνευτικού επιστημολογικού Παραδείγματος με το Κοινωνικά κριτικό.  Αναρωτιέται αν η καλλιέργεια της δημιουργικότητας, η ελεύθερη έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων, η δυνατότητα επικοινωνίας, ο σεβασμός της διαφορετικότητας, όλα χαρακτηριστικά του ερμηνευτικού Παραδείγματος αλλά και προαπαιτούμενα της δημοκρατίας, (αναρωτιέται) αν όλα αυτά οδηγούν και στη δημιουργία πολιτών με κριτική στάση, δημοκρατικό αίσθημα, ενεργό συμμετοχή και εμπεδωμένη την αξία της αλληλεγγύης, που επιδιώκει η Κριτική παιδαγωγική.

Εδώ δεν είναι δυνατό να συζητηθεί αυτό το τεράστιο ερώτημα. Ακροθιγώς μόνο αναφέρω μια ανάλογου είδους σύζευξη που παρατηρούμε στο σχετικά πρόσφατο κίνημα της Παρεμβαίνουσας Μη Κατευθυντικότητας, που εκπαιδεύθηκε σε αυτό και ακολουθεί στην πράξη ο κ. Γεωργόπουλος. Πρόκειται για το παιδαγωγικό και ψυχοθεραπευτικό κίνημα του Γάλλου Ψυχοπαιδαγωγού και Κλινικού Κοινωνικού Ψυχολόγου Michel Lobrot και  των συνεργατών του. Συσχετίζεται το φαινόμενο της επικοινωνίας με τις διεργασίες της μάθησης και της αγωγής,  αναγνωρίζοντας στο συγκινησιακό παράγοντα και τη βιωματική εμπειρία κομβική λειτουργία δημιουργίας, συνάντησης και συνάρθρωσης του ενδοψυχικού με το διαψυχικό και το κοινωνικό. Πρόκειται για μια κονστρουκτιβιστική θεώρηση των ανθρωπίνων λειτουργιών πέρα από μονιστικές απόψεις και θεωρήσεις, που κυριάρχησαν στον 20ο αιώνα, όπως το μπηχεβιοριστικό σχήμα Ερέθισμα-Απάντηση ή η φροϋδική λίμπιντο. 

***

Στο Δεύτερο μέρος του βιβλίου, μετά από διεξοδική παρουσίαση εν είδη αξονικής τομογραφίας των καίριων ζητημάτων που απασχολούν την Π.Ε., ο κ. Γεωργόπουλος περνά στο κεφάλαιο με τίτλο "Τι να κάνουμε", παραπέμποντας, ηθελημένα ή μη, στο ομόνυμο βιβλίο του Βλαδίμηρου Ιλιτς Λένιν. (Πιθανώς θα μας το εξηγήσει ο ίδιος). Εκείνο που μπορώ να πω εγώ είναι ότι ξεπερνά τον ίδιο του τον εαυτό, ως προς την εμπλοκή του στα θέματα που μελετά, μη μένοντας μόνο σε διαπιστώσεις με βάση τα ευρήματα των ερευνών και την αξιολόγησή τους. Η εμπλοκή του τον οδηγεί, τον υποχρεώνει θα έλεγα, να πάρει θέση και να προτείνει. Η πρόταση, όσο και αν βασίζεται στη μελέτη των ερευνητικών ευρημάτων  είναι τελικά προσωπική επιλογή. Ο κ. Γεωργόπουλος δεν πιστεύει στον ντετερμινισμό και στη νομοτέλεια, ούτε στο ότι το σχολείο μόνο αναπαράγει. Πιστεύει στην πρωτοβουλία των ατόμων και των ενεργών μειονοτήτων (Moscovici). Πιστεύει στην παρέμβαση και στη δυναμική τους για τη δημιουργία του καινούριου. Πιστεύει στην πολιτική, με την έννοια της ενεργού εμπλοκής των πολιτών στα της πόλης. Είναι μ' αυτή την έννοια ένας hommo politicus, που αναλαμβάνει την ευθύνη της παρέμβασής του.

Δεν αναζητεί ούτε διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια, δεν είναι δογματικός. Αντίθετα είναι ανοικτός, συνεχίζει να ακούει και να ενδιαφέρεται για το διαφορετικό. Συνεχίζει να μαθαίνει και να αλλάζει. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει, και δεν διστάζει  να  προτείνειΤολμά την πρόταση θα έλεγα, τη διατυπώνει ξεκάθαρα και απερίφραστα, αναλαμβάνοντας το κόστος και την ευθύνη που αυτό συνεπάγεται. Αναλαμβάνει το ρίσκο και την ευθύνη να υπερασπισθεί τις απόψεις του και να επηρεάσει, όχι ως ουδέτερος, επιστημονικά κατοχυρωμένος ερευνητής, αλλά ως ενεργός επιστήμονας-συμπολίτης,  και ως δάσκαλος.

Δάσκαλος δεν είναι αυτός που δεν επηρεάζει όπως το παραδοσιακό σχολείο πουριτανικά τον θέλει. Όχι, ο Γεωργόπουλος το υποστηρίζει και το διακηρύττει με όλη του τη δύναμη, στη θεωρία  και στην πράξη του. Το ανά χείρας βιβλίο του είναι το καλύτερο παράδειγμα. Ο Δάσκαλος επηρεάζει και οφείλει να επηρεάζει, αναλαμβάνοντας την ευθύνη γι΄αυτό, την επιστημονική βέβαια αλλά όχι μόνο ή κύρια αυτήν. Αναλαμβάνει πρώτ΄απ΄όλα την προσωπική και την κοινωνική ευθύνη της επιρροής, την ευθύνη της επιρροής των μαθητών και των συμπολιτών του.  Της επιρροής όμως που διαχωρίζεται σαφώς από την επιβολή. Δεν αποβλέπει στην επιβολή των απόψεων και των προτάσεών του, αλλά διεκδικεί την ελεύθερη παρουσίαση και υποστήριξή τους!  Η διάκριση μεταξύ επιρροής και επιβολής, μεταξύ αυθεντίας και αυταρχισμού ανοίγει νέες προοπτικές, και όχι μόνο στην παιδαγωγική θεωρία και πράξη, διαχωρίζοντας τη γνώση από την επιβολή της. Και σ΄αυτό το θέμα δυστυχώς δεν είναι δυνατό να επεκταθούμε εδώ.

***

     Τι  προτείνει λοιπόν;

Επιχειρώντας να συνοψίσω τις προτάσεις που παρουσιάζει αναλυτικά στο Δεύτερο μέρος του βιβλίου, και με κίνδυνο να τον αδικήσω, θα  διέκρινα δύο κατηγορίες: 

Η πρώτη αφορά τον απογαλακτισμό της Π.Ε. από τις Φυσικές και τις περιβαλλοντικές επιστήμες, όπως χαρακτηριστικά λέει. Η Π.Ε. είναι κλάδος των Ανθρωπίνων επιστημών και ως τέτοια οφείλεται να μελετηθεί και να διδαχθεί. Προς αυτή την κατεύθυνση προτείνει όπως είδαμε τη σύξευξη του Ερμηνευτικού παραδείγματος με αυτό της Κριτικής παιδαγωγικής. Αυτό υποστηρίζει ότι μπορεί να δημιουργήσει τις επιστημολογικές προϋποθέσεις ξεπεράσματος του αδιεξόδου που οδήγησε το ορθολογικό  και θετικιστικό Παράδειγμα τους τελευταίους αιώνες, του Διαφωτισμού συμπεριλαμβανομένου. Πρόκειται για ανάλυση και πρόταση που διατρέχει το σύνολο του βιβλίου ως βασικός  κατευθυντήριος άξονάς του.

Η δεύτερη κατηγορία προτάσεων  θα έλεγα ότι αφορά την εκπαίδευση των μαθητών και φοιτητών στην επικοινωνία, όπως και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε αυτό. Οι προτάσεις του αφορούν τη μάθηση, μέσω βιωματικών εμπειριών έκφρασης και επικοινωνίας, με στόχο τον εμπλουτισμό και την καλλιέργεια του ψυχικού κόσμου σε όλους τους τομείς και όχι μόνο το γνωστικό. Οι προτάσεις του δεν αφορούν την εκμάθηση τεχνικών κοινωνικών δεξιοτήτων, τα πολυδιαφημισθέντα social skills,  όπως προτείνονται ποικιλοτρόπως σε ταχύρυθμα σεμινάρια για την εκπαίδευση τεχνοκρατών των ανθρωπίνων σχέσεων και πωλητών καταναλωτικών αγαθών κάθε είδους. Αυτό που τον ενδιαφέρει πρωταρχικά, δεν είναι  η  διδακτική των γνωστικών αντικειμένων, δίχως να την υποτιμά, αλλά η κινητοποίηση των συγκινησιακών λειτουργιών του μαθητή ή καλύτερα θα έλεγα η απελευθέρωσή τους, για να θυμηθούμε και τον Βίλχελμ Ράϊχ, ως προϋπόθεση ανάπτυξης επιθυμιών και ενδιαφερόντων σε όλους του τομείς μάθησης και ανάπτυξης. Πρόκειται για τη Βιωματική Εκπαίδευση που κινητοποιεί προς την κριτική σκέψη και τη δημιουργία της Γνώσης, προς την ίδια τη Ζωή θα έλεγα,  και όχι προς στεγανοποιημένα πακέτα γνωστικών αντικειμένων  που μετατρέπουν τους ανθρώπους σε εξειδικευμένα ρομπότ. 

***

Εν τέλει, και με το ανά χείρας βιβλίο, διαπιστώνουμε ότι το πολυδιάστατο των ενδιαφερόντων του κ. Γεωργόπουλου, τον οδηγεί σε μια συνθετική, συγκροτημένη, εξαιρετικά δομημένη και οργανωμένη πρόταση, που είναι παράλληλα ανοικτή στο διαφορετικό, που δεν καθηλώνεται σε δογματισμούς και απολυτότητες.  Και επίσης, που προτείνει λύσεις, εκεί που οι σύγχρονες κοινωνίες, ανεπτυγμένες ή μη, αδυνατούν να το κάνουν, να θέσουν δηλαδή φιλόδοξους παιδαγωγικούς στόχους και να επωμισθούν το υψηλό κόστος, που δεν είναι μόνο, ούτε πρωταρχικά οικονομικό.

H πολυδιάσπαση που πίστευες για χρόνια ότι σε χαρακτηρίζει φίλε Αλέκο, και τρωγόσουν να βρείς τις αιτίες στα παιδικά σου χρόνια,  παρ΄όλο που σε ξεθέωσε, ειν΄αλήθεια, αντιλαμβανόμαστε πια, και μαζί σου, ότι εκφράζει τη βαθειά ανάγκη σου και επιθυμία, ένα λυσσαλέο πάθος θα έλεγα,  που σε οδηγεί απαρασάλευτα να κατανοήσεις και να εμπλακείς σε ένα έργο απελευθέρωσης από μονόπλευρες αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές, και αυτό  όχι μόνο για την Π.Ε.  Ένα πάθος που σε οδηγεί με ηρεμία και ψυχραιμία, με εξαιρετική εργατικότητα και συστηματικότητα, να συμβάλεις ουσιαστικά στη διεύρυνση του Ζωτικού χώρου όλων μας σε περιοχές που χαρακτηρίζουν η συν-πάθεια και η αλληλεγγύη. Πρόκειται για ηθικές αρχές και αξίες  στη δύναμη των οποίων πιστεύεις και εργάζεσαι να προάγεις. Σ' ευχαριστούμε για την αποφασιστικότητα, τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια με την οποία  διεξάγεις το έργο αυτό.

*******

* Κώστας Μπακιρτζής, Αν. καθηγητήςΤΕΠΑΕ, Παιδαγωγική Σχολή, ΑΠΘ

--------------------

Το  κείμενο γράφηκε με αφορμή τις παρουσιάσεις του βιβλίου του Αλέκου Γεωργόπουλου "Περιβαλλοντική Εκπαίδευση: Ζητήματα ταυτότητας" που οργανώθηκαν από την ΠΕΕΚΠΕ – Κεν. Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη (9/12/14)  και την ΕΛ.Ε.ΕΤ.Π.Ε.Α (Αθήνα (11/3/15) και το περιοδικό "Για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση".