Η Περιβαλλοντική Συνείδηση στο Νηπιαγωγείο

Συγγραφέας: 

Περίληψη

Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σημασία της καλλιέργειας περιβαλλοντικής συνείδησης στο νηπιαγωγείο, αναδεικνύοντας τον ρόλο της προσχολικής εκπαίδευσης στη διαμόρφωση αξιών, στάσεων και συμπεριφορών που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα. Αρχικά, παρουσιάζεται η έννοια της περιβαλλοντικής συνείδησης και οι διαστάσεις της, ενώ στη συνέχεια αναλύονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσχολικής ηλικίας που καθιστούν την περίοδο αυτή κατάλληλη για την καλλιέργεια οικολογικής ευαισθησίας. Εξετάζονται οι στόχοι της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο, με έμφαση στη γνωστική, συναισθηματική και συμπεριφορική ανάπτυξη, και προτείνονται διδακτικές προσεγγίσεις όπως η βιωματική μάθηση, το παιχνίδι ρόλων και η διαθεματική ενσωμάτωση. Παρουσιάζονται παραδείγματα δραστηριοτήτων, ενώ αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος του/της νηπιαγωγού, καθώς και η συμβολή της οικογένειας και της κοινότητας. Τέλος, επισημαίνονται οι δυσκολίες και οι προκλήσεις που προκύπτουν στην πράξη και διατυπώνονται προτάσεις για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Η μελέτη καταλήγει ότι η περιβαλλοντική αγωγή στο νηπιαγωγείο αποτελεί θεμέλιο για μια υπεύθυνη στάση ζωής απέναντι στο περιβάλλον.

Λέξεις κλειδιά: Περιβαλλοντική συνείδηση, Νηπιαγωγείο, Βιωσιμότητα, Οικολογική συνείδηση

Εισαγωγή

Η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί μία από τις πιο επιτακτικές προκλήσεις της εποχής μας. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, η απώλεια βιοποικιλότητας, η ρύπανση των υδάτων και της ατμόσφαιρας, καθώς και η αλόγιστη κατανάλωση φυσικών πόρων, καθιστούν αναγκαία την ανάπτυξη μιας συλλογικής περιβαλλοντικής συνείδησης. Η εκπαίδευση αναγνωρίζεται διεθνώς ως κεντρικός μηχανισμός για την επίτευξη αυτού του στόχου, καθώς μέσα από τις μαθησιακές εμπειρίες οι πολίτες διαμορφώνουν αξίες, στάσεις και συμπεριφορές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον (UNESCO, 2017).

Στο πλαίσιο αυτό, το νηπιαγωγείο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς αποτελεί το πρώτο θεσμοθετημένο στάδιο της εκπαίδευσης όπου τα παιδιά έρχονται συστηματικά σε επαφή με τη μάθηση και την κοινωνικοποίηση. Η προσχολική ηλικία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διαμόρφωση αξιών και στάσεων, αφού τα παιδιά σε αυτήν τη φάση είναι ιδιαίτερα δεκτικά, μιμητικά και ανοιχτά σε νέες εμπειρίες (ΙΕΠ, 2021). Μέσα από δημιουργικές δραστηριότητες, βιωματικές εμπειρίες και παιχνίδι, τα νήπια μπορούν να καλλιεργήσουν από νωρίς θετική στάση απέναντι στη φύση και να αναπτύξουν συμπεριφορές που ενισχύουν τη βιωσιμότητα (Αραμπατζή, 2025).

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στο νηπιαγωγείο δεν περιορίζεται στη μετάδοση πληροφοριών για τη φύση ή τους κινδύνους που αυτή αντιμετωπίζει. Αντιθέτως, εστιάζει στη δημιουργία μιας βαθύτερης σχέσης με το περιβάλλον, που βασίζεται στην παρατήρηση, τη φροντίδα, την περιέργεια και την αγάπη για τον φυσικό κόσμο. Ο στόχος είναι να αναπτυχθεί στα παιδιά η συνειδητοποίηση ότι αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος, στο οποίο κάθε ενέργεια έχει σημασία (Tilbury, 1994).

Παράλληλα, το σχολείο δεν λειτουργεί μεμονωμένα. Ο ρόλος της οικογένειας και της κοινότητας είναι εξίσου κρίσιμος, καθώς οι στάσεις που ενισχύονται στο σπίτι και στο κοινωνικό περιβάλλον μπορούν να ενδυναμώσουν ή να υπονομεύσουν την προσπάθεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. (Manci, 2018) Η συνεργασία μεταξύ νηπιαγωγείου και οικογένειας δημιουργεί συνέργειες που ενδυναμώνουν την καλλιέργεια περιβαλλοντικών αξιών.

Σύμφωνα με το πλαίσιο που προαναφέρθηκε σύντομα, η παρούσα εργασία στοχεύει να αναλύσει τη σημασία της περιβαλλοντικής συνείδησης στο νηπιαγωγείο, να διερευνήσει το θεωρητικό πλαίσιο που τη στηρίζει, να παρουσιάσει εκπαιδευτικές πρακτικές και παραδείγματα δραστηριοτήτων, καθώς και να αναδείξει τον ρόλο του/της νηπιαγωγού, της οικογένειας και της κοινότητας στη διαμόρφωση οικολογικής στάσης ζωής από τα πρώτα κιόλας χρόνια του νηπιαγωγείου.

Η περιβαλλοντική συνείδηση ως έννοια

Η περιβαλλοντική συνείδηση αποτελεί έναν σύνθετο και πολυδιάστατο όρο, ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τη γνωστική κατανόηση των περιβαλλοντικών ζητημάτων όσο και τη συναισθηματική σύνδεση και την προθυμία για ανάληψη δράσης. Δεν πρόκειται απλώς για γνώση σχετικά με το περιβάλλον, αλλά για ένα σύνολο αξιών, στάσεων και συμπεριφορών που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με τον φυσικό κόσμο (Kollmuss & Agyeman, 2002).

Σύμφωνα με τους Hungerford και Volk (1990), η περιβαλλοντική συνείδηση συγκροτείται από τρεις βασικές διαστάσεις:

Γνώση και κατανόηση: η πληροφόρηση γύρω από περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως η ανακύκλωση, η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση.

Συναισθηματική εμπλοκή: η ανάπτυξη αισθήματος αγάπης και φροντίδας για το περιβάλλον, που οδηγεί στη δημιουργία κινήτρων για προστατευτική δράση.

Συμπεριφορική διάσταση: η εκδήλωση πράξεων και στάσεων που συνεισφέρουν στη διατήρηση και προστασία του περιβάλλοντος.

Η ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία, αλλά μια σταδιακή πορεία, η οποία ξεκινά από την παιδική ηλικία και επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες, όπως η οικογένεια, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινωνία στο σύνολό της (Chawla, 1998). Στην προσχολική ηλικία, τα παιδιά δεν έχουν ακόμα την αφηρημένη σκέψη που απαιτείται για να κατανοήσουν σε βάθος περίπλοκα οικολογικά ζητήματα. Ωστόσο, μπορούν να αναπτύξουν μια αρχική περιβαλλοντική συνείδηση μέσα από απλές, βιωματικές εμπειρίες, όπως η φροντίδα ενός φυτού ή η παρατήρηση των εποχικών αλλαγών στη φύση (Wilson, 1996).

Επιπλέον, η περιβαλλοντική συνείδηση δεν περιορίζεται στην ατομική διάσταση, αλλά έχει και κοινωνική προέκταση. Η αίσθηση ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί συλλογική ευθύνη ενισχύει τη συνεργατικότητα και την κοινωνική συνοχή. Η προσχολική αγωγή συμβάλλει σημαντικά σε αυτή την κατεύθυνση, καλλιεργώντας στα παιδιά στάσεις σεβασμού, αλληλεγγύης και υπευθυνότητας απέναντι στη φύση και τους άλλους ανθρώπους (Palmer, 1998).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η περιβαλλοντική συνείδηση δεν είναι μια στατική κατάσταση αλλά μια δυναμική διαδικασία που εξελίσσεται με την ηλικία και τις εμπειρίες. Το νηπιαγωγείο, επομένως, αποτελεί το πρώτο θεμέλιο αυτής της πορείας, δίνοντας στα παιδιά την ευκαιρία να αναπτύξουν μια αυθεντική και θετική σχέση με το περιβάλλον.

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στην προσχολική ηλικία

Η προσχολική ηλικία θεωρείται καθοριστική για τη διαμόρφωση στάσεων και αξιών, καθώς αποτελεί μια περίοδο έντονης ανάπτυξης, περιέργειας και δεκτικότητας στη μάθηση. Τα παιδιά από 4 έως 6 ετών ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από την παρατήρηση, το παιχνίδι και τη μίμηση. Σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο, οι εμπειρίες που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον συμβάλλουν όχι μόνο στη γνωστική τους ανάπτυξη αλλά και στη συναισθηματική και κοινωνική καλλιέργεια (Piaget, 1962).

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στην προσχολική ηλικία εστιάζει κυρίως στη βιωματική μάθηση. Τα παιδιά δεν μπορούν ακόμη να κατανοήσουν περίπλοκες οικολογικές έννοιες, όπως η κλιματική αλλαγή ή η ενεργειακή κρίση. Αντίθετα, μαθαίνουν καλύτερα μέσα από απλές, άμεσες εμπειρίες που συνδέουν την καθημερινότητά τους με τη φύση. Για παράδειγμα, η παρατήρηση ενός σπόρου που φυτρώνει, η ανακύκλωση χαρτιού στην τάξη ή η εξερεύνηση ενός κοντινού πάρκου προσφέρουν γνώσεις και παράλληλα ενισχύουν το αίσθημα ευθύνης απέναντι στο περιβάλλον (Wilson, 2012).

Η σημασία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης σε αυτήν την ηλικία έχει αναγνωριστεί διεθνώς. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, μέσω της UNESCO, τονίζει ότι η εκπαίδευση για τη βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της ζωής, προκειμένου να δημιουργηθούν ισχυρά θεμέλια για μια υπεύθυνη στάση απέναντι στη φύση (UNESCO, 2014). Παράλληλα, ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά προγράμματα προωθούν τη διαθεματική ένταξη της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο, συνδέοντάς την με τη γλώσσα, τα μαθηματικά, την τέχνη και την κοινωνική αγωγή (Davis, 2010) (Σημ. στο παρόν άρθρο, οι όροι «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση» και «Εκπαίδευση για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη» χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι, αν και στη διεθνή βιβλιογραφία διατυπώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τη μεταξύ τους σχέση).

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στην προσχολική ηλικία είναι η έμφαση στη χαρά και στο παιχνίδι. Όταν τα παιδιά βιώνουν τη μάθηση ως ευχάριστη και δημιουργική διαδικασία, είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν θετική στάση απέναντι στο περιβάλλον. Η φύση γίνεται χώρος εξερεύνησης και παιχνιδιού, όπου τα παιδιά δοκιμάζουν τις ικανότητές τους, καλλιεργούν την παρατηρητικότητά τους και δημιουργούν συναισθηματικούς δεσμούς με τον φυσικό κόσμο (Ernst & Tornabene, 2012).

Τέλος, η περιβαλλοντική εκπαίδευση στην προσχολική ηλικία συμβάλλει και στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. Μέσα από συνεργατικές δραστηριότητες, όπως η φροντίδα ενός σχολικού κήπου, τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να μοιράζονται ευθύνες και να εκτιμούν την ομαδική προσπάθεια. Έτσι, η περιβαλλοντική διάσταση συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων και αξιών, όπως ο σεβασμός, η αλληλεγγύη και η υπευθυνότητα.

Στόχοι της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στην προσχολική ηλικία δεν έχει ως κύριο στόχο την παροχή εκτεταμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά την καλλιέργεια στάσεων, αξιών και δεξιοτήτων που θα αποτελέσουν τη βάση για τη μελλοντική οικολογική συνείδηση. Οι στόχοι της μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τρεις βασικούς άξονες: γνωστικούς, συναισθηματικούς και κοινωνικο-συμπεριφορικούς.

Γνωστικοί στόχοι: Σε αυτήν την ηλικία, τα παιδιά ενθαρρύνονται να αποκτήσουν βασικές γνώσεις σχετικά με το φυσικό περιβάλλον. Οι στόχοι επικεντρώνονται στην κατανόηση απλών οικολογικών εννοιών, όπως η ανάγκη για καθαρό νερό και αέρα, η σημασία των φυτών και των ζώων ή η διαδικασία της ανακύκλωσης. Η καλλιέργεια της περιέργειας και της διάθεσης για παρατήρηση αποτελεί επίσης σημαντικό κομμάτι των γνωστικών στόχων (Wilson, 1993). Μέσα από τέτοιες εμπειρίες, τα παιδιά αναπτύσσουν μια αρχική επιστημονική σκέψη που τα βοηθά να συνδέουν αιτία και αποτέλεσμα στο φυσικό τους περιβάλλον.

Συναισθηματικοί στόχοι: Η δημιουργία μιας θετικής συναισθηματικής σχέσης με το περιβάλλον είναι θεμελιώδης. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να αγαπούν και να σέβονται τη φύση, ώστε να έχουν κίνητρα για την προστασία της. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω δραστηριοτήτων που καλλιεργούν τη χαρά της επαφής με το φυσικό περιβάλλον, όπως η φροντίδα ενός φυτού, το παιχνίδι σε ανοιχτούς χώρους ή η επαφή με ζώα (Cheng & Monroe, 2012). Η ανάπτυξη συναισθηματικής σύνδεσης με τη φύση ενισχύει τη διάθεση για υπεύθυνες συμπεριφορές και δημιουργεί μια βιωματική βάση για μελλοντική ευαισθητοποίηση.

Κοινωνικοί και συμπεριφορικοί στόχοι: Πέρα από τη γνώση και το συναίσθημα, η περιβαλλοντική εκπαίδευση στοχεύει και στη διαμόρφωση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Στο νηπιαγωγείο, τα παιδιά μαθαίνουν να υιοθετούν πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον, όπως η εξοικονόμηση νερού και ηλεκτρικής ενέργειας, η ανακύκλωση ή η επαναχρησιμοποίηση υλικών. Επιπλέον, ενθαρρύνονται να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες, όπως η συνεργασία και η υπευθυνότητα μέσα από συλλογικές δράσεις (Tilbury, 1994). Η καλλιέργεια αυτών των συμπεριφορών ήδη από μικρή ηλικία ενισχύει την πιθανότητα να υιοθετηθούν σταθερά οικολογικά πρότυπα ζωής στο μέλλον.

Συνολικά, οι στόχοι της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο επιδιώκουν να ενισχύσουν την ολιστική ανάπτυξη των παιδιών. Μέσα από τη γνώση, το συναίσθημα και τη δράση, τα παιδιά αποκτούν τις πρώτες βάσεις για να εξελιχθούν σε ενήλικες με υπευθυνότητα και σεβασμό προς το περιβάλλον. Έτσι, το νηπιαγωγείο δεν συμβάλλει μόνο στη γνωστική ανάπτυξη, αλλά και στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης οικολογικής συνείδησης.

Διδακτικές προσεγγίσεις και μέθοδοι

Η διδασκαλία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο απαιτεί προσεγγίσεις που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητες των μικρών παιδιών. Σε αυτήν την ηλικία, η μάθηση βασίζεται κυρίως στη δράση, την αλληλεπίδραση και τη βιωματική εμπειρία. Συνεπώς, οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο/η νηπιαγωγός πρέπει να είναι παιγνιώδεις, δημιουργικές και διαθεματικές.

Η βιωματική μάθηση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στην προσχολική ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν εμπλέκονται ενεργά σε δραστηριότητες που τα φέρνουν σε άμεση επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Η φύτευση σπόρων, η παρατήρηση εντόμων ή η συλλογή φύλλων βοηθούν τα παιδιά να συνδέσουν τη θεωρία με την πράξη και να αναπτύξουν δεξιότητες παρατήρησης, φροντίδας και υπευθυνότητας (Kolb, 1984).

Το παιχνίδι ρόλων είναι μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδος για την καλλιέργεια οικολογικών στάσεων. Μέσα από τη δραματοποίηση, τα παιδιά μπορούν να «γίνουν» ζώα, δέντρα ή φυσικά φαινόμενα, βιώνοντας με φαντασία τη θέση του άλλου. Αυτή η ταύτιση ενισχύει την ενσυναίσθηση και βοηθά στην κατανόηση της αλληλεξάρτησης όλων των οργανισμών στο οικοσύστημα (Sobel, 2008).

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση δεν περιορίζεται σε μία γνωστική περιοχή αλλά μπορεί να ενσωματωθεί σε όλα τα πεδία του αναλυτικού προγράμματος. Μέσα από τη γλώσσα, τα μαθηματικά, τις φυσικές επιστήμες, τη μουσική και τα εικαστικά, τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουν περιβαλλοντικά θέματα με πολλαπλούς τρόπους. Για παράδειγμα, η μέτρηση απορριμμάτων σε μια δραστηριότητα ανακύκλωσης μπορεί να συνδεθεί με μαθηματικές έννοιες, ενώ η δημιουργία τραγουδιών για τη φύση με τη μουσική αγωγή (Davis, 2010).

Η τέχνη και η αφήγηση αποτελούν ισχυρά μέσα για την καλλιέργεια περιβαλλοντικών αξιών. Μέσα από παραμύθια, ποιήματα ή εικαστικές δημιουργίες, τα παιδιά αναπτύσσουν φαντασία και συναισθηματική σύνδεση με το περιβάλλον. Οι ιστορίες που παρουσιάζουν ζώα και φυτά ως ήρωες συμβάλλουν στη δημιουργία ενσυναίσθησης και στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής ηθικής (Wilson, 1996).

Η ομαδική εργασία βοηθά τα παιδιά να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί την αίσθηση της συλλογικής ευθύνης για την προστασία του περιβάλλοντος. Η δημιουργία ενός σχολικού κήπου, η συλλογή ανακυκλώσιμων υλικών ή η κοινή παρατήρηση της φύσης αποτελούν παραδείγματα συνεργατικών δραστηριοτήτων που συνδυάζουν τη μάθηση με την κοινωνική ανάπτυξη (Johnson & Johnson, 1999).

Συνολικά, οι διδακτικές προσεγγίσεις και μέθοδοι που εφαρμόζονται στο νηπιαγωγείο πρέπει να αντανακλούν τις αρχές της ενεργούς συμμετοχής, της δημιουργικότητας και της βιωματικής εμπειρίας. Μέσα από αυτές, τα παιδιά όχι μόνο μαθαίνουν για το περιβάλλον αλλά και διαμορφώνουν στάσεις που μπορούν να τα συνοδεύουν σε όλη τους τη ζωή.

Παραδείγματα δραστηριοτήτων

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στο νηπιαγωγείο αποκτά ουσία όταν τα παιδιά εμπλέκονται σε πρακτικές δραστηριότητες που τους επιτρέπουν να βιώσουν, να κατανοήσουν και να αγαπήσουν το φυσικό περιβάλλον. Μέσα από αυτές τις δράσεις, η μάθηση δεν περιορίζεται στη θεωρία αλλά συνδέεται με την καθημερινότητα, δημιουργώντας έτσι βαθύτερη συναισθηματική και γνωστική εμπλοκή.

Η ανακύκλωση μπορεί να εισαχθεί στο νηπιαγωγείο με απλό και παιγνιώδη τρόπο. Η τοποθέτηση κάδων διαφορετικού χρώματος για χαρτί, πλαστικό και μέταλλο δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα να εξασκηθούν στη διαλογή απορριμμάτων. Παράλληλα, η αξιοποίηση ανακυκλώσιμων υλικών για κατασκευές (π.χ. ρολά χαρτιού, πλαστικά καπάκια) καλλιεργεί τη δημιουργικότητα και ενισχύει την ιδέα της επαναχρησιμοποίησης (Shihvonen, Salmivalli, Alila, & Kuusisto, 2024). Μέσα από τέτοιες δραστηριότητες, τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι τα απορρίμματα δεν είναι «άχρηστα», αλλά μπορούν να αποκτήσουν νέα αξία.

Η δημιουργία ενός μικρού σχολικού κήπου ή η φύτευση λουλουδιών σε γλάστρες αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές εμπειρίες για τα παιδιά. Η φροντίδα ενός φυτού από το σπόρο μέχρι την ανάπτυξή του διδάσκει στα παιδιά την αξία της υπομονής, της φροντίδας και της υπευθυνότητας. Επιπλέον, μέσα από τη διαδικασία της κηπουρικής κατανοούν τον κύκλο της ζωής των φυτών, την ανάγκη για νερό, ήλιο και χώμα, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσουν δεξιότητες συνεργασίας όταν η δράση γίνεται ομαδικά (Ernst & Tornabene, 2012).

Οι εκπαιδευτικές εκδρομές σε πάρκα, δάση ή παραλίες παρέχουν στα παιδιά πολύτιμες ευκαιρίες άμεσης επαφής με το φυσικό περιβάλλον. Μέσα από την παρατήρηση ζώων, φυτών και φυσικών φαινομένων, τα παιδιά ενθαρρύνονται να αναπτύξουν περιέργεια και να κάνουν ερωτήσεις. Ο/Η εκπαιδευτικός μπορεί να τα καθοδηγήσει ώστε να συλλέξουν φύλλα, να παρατηρήσουν έντομα ή να ανακαλύψουν αποτυπώματα ζώων στο έδαφος. Η άμεση επαφή με το φυσικό περιβάλλον συμβάλλει στη δημιουργία ισχυρών βιωματικών αναμνήσεων που ενισχύουν την οικολογική τους συνείδηση (Wilson, 2012).

Η τέχνη αποτελεί έναν ιδανικό τρόπο έκφρασης οικολογικών αξιών. Τα παιδιά μπορούν να ζωγραφίσουν δάση, ζώα ή τη θάλασσα, να φτιάξουν κολλάζ με φυσικά υλικά (φύλλα, κλαδάκια, πέτρες) ή να δημιουργήσουν κατασκευές από επαναχρησιμοποιημένα αντικείμενα. Με αυτόν τον τρόπο, η δημιουργικότητα συνδυάζεται με την ευαισθητοποίηση, ενώ το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να εκτεθεί σε μια μικρή «οικολογική έκθεση» μέσα στο νηπιαγωγείο, ενισχύοντας την αίσθηση συλλογικής προσπάθειας (Inoue et al., 2017).

Τα παραμύθια και οι ιστορίες είναι ισχυρά παιδαγωγικά εργαλεία, καθώς βοηθούν τα παιδιά να κατανοήσουν αφηρημένες έννοιες μέσα από συμβολισμούς και φαντασία. Ιστορίες που έχουν ως ήρωες ζώα, δέντρα ή στοιχεία της φύσης συμβάλλουν στην καλλιέργεια ενσυναίσθησης και στην ανάπτυξη αξιών, όπως ο σεβασμός και η αλληλεγγύη. Για παράδειγμα, μια ιστορία για ένα δέντρο που «διηγείται» την αξία του μπορεί να ενισχύσει τη συνειδητοποίηση της σημασίας των δασών (Arizpe et al., 2014).

Τα παιχνίδια με οικολογικό περιεχόμενο, όπως επιτραπέζια που αφορούν την ανακύκλωση ή κινητικά παιχνίδια που μιμούνται τις κινήσεις ζώων, ενισχύουν τη μάθηση με τρόπο ευχάριστο και δημιουργικό. Μέσα από το παιχνίδι, τα παιδιά όχι μόνο μαθαίνουν για το περιβάλλον αλλά και βιώνουν τη χαρά της ομαδικής συμμετοχής (Sobel, 2008).

Συνολικά, οι δραστηριότητες που εφαρμόζονται στο νηπιαγωγείο για την ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά τη βιωματικότητα, τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή. Μέσα από αυτές, τα παιδιά δεν διδάσκονται απλώς έννοιες αλλά αναπτύσσουν στάσεις και αξίες που θα αποτελέσουν τη βάση για μια μελλοντική υπεύθυνη στάση απέναντι στη φύση.

Ο ρόλος του/της νηπιαγωγού

Ο/Η νηπιαγωγός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης στα παιδιά. Δεν λειτουργεί απλώς ως φορέας γνώσεων, αλλά κυρίως ως πρότυπο στάσεων και συμπεριφορών. Μέσα από τη δική του/της πρακτική, γλώσσα και στάση απέναντι στη φύση, μεταδίδει στα παιδιά αξίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και σχετίζονται με το περιβάλλον (Elliott & Davis, 2009).

Ένα από τα βασικά καθήκοντα του/της νηπιαγωγού είναι η δημιουργία πλούσιων μαθησιακών εμπειριών που συνδέουν τα παιδιά με τη φύση. Μέσα από οργανωμένες δραστηριότητες, αλλά και μέσα από την αξιοποίηση της καθημερινότητας, μπορεί να ενισχύσει την περιβαλλοντική μάθηση. Για παράδειγμα, η απλή παρατήρηση του καιρού ή η εξοικονόμηση χαρτιού στην τάξη αποτελούν ευκαιρίες για ενσωμάτωση οικολογικών αξιών στην καθημερινή ρουτίνα (Siraj-Blatchford, 2009).

Ο/Η εκπαιδευτικός στο νηπιαγωγείο χρειάζεται επίσης να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής αξιών. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία αναπτύσσουν τις πρώτες τους κοινωνικές και ηθικές κατευθύνσεις. Η ενίσχυση του σεβασμού, της υπευθυνότητας και της συνεργασίας μέσω περιβαλλοντικών δράσεων τα βοηθά να κατανοήσουν ότι η φροντίδα της φύσης είναι συλλογική ευθύνη. Η διαμεσολάβηση αυτή δεν περιορίζεται σε διδακτικές ώρες, αλλά επεκτείνεται σε κάθε πτυχή της σχολικής ζωής (Pramling Samuelsson & Kaga, 2008).

Επιπλέον, ο/η νηπιαγωγός καλείται να καλλιεργήσειτην κριτική σκέψη των παιδιών μέσα από ερωτήσεις και αναστοχασμό. Ακόμη και αν τα παιδιά δεν μπορούν να κατανοήσουν πολύπλοκα οικολογικά προβλήματα, η ενθάρρυνση να παρατηρούν, να θέτουν ερωτήματα και να προτείνουν λύσεις συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας ενεργητικής στάσης απέναντι στον κόσμο (Davis, 2015).

Τέλος, ο/η νηπιαγωγός λειτουργεί και ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο σχολείο, την οικογένεια και την κοινότητα. Μέσα από την οργάνωση εκδηλώσεων, συνεργασιών με τοπικούς φορείς και εμπλοκή των γονέων σε περιβαλλοντικές δράσεις, ενισχύει τη συνέργεια όλων των εμπλεκομένων. Με αυτόν τον τρόπο, η περιβαλλοντική εκπαίδευση δεν περιορίζεται στο πλαίσιο της τάξης, αλλά επεκτείνεται στην καθημερινή ζωή των παιδιών, ενδυναμώνοντας τη βιωματική της διάσταση (Hedefalk et al., 2015).

Συνεπώς, ο/η νηπιαγωγός αποτελεί τον κεντρικό παράγοντα για την ανάπτυξη οικολογικής κουλτούρας στο νηπιαγωγείο. Μέσα από τη στάση του/της, τις παιδαγωγικές πρακτικές και τη συνεργασία με οικογένεια και κοινότητα, μπορεί να θέσει ισχυρά θεμέλια για την καλλιέργεια περιβαλλοντικής συνείδησης που θα συνοδεύει τα παιδιά σε όλη τους τη ζωή.

Η συμβολή της οικογένειας και της κοινότητας

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στο νηπιαγωγείο δεν μπορεί να είναι πλήρως αποτελεσματική αν δεν πλαισιώνεται από τη συμβολή της οικογένειας και της κοινότητας. Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας μαθαίνουν μέσα από τη μίμηση και τις εμπειρίες που ζουν στην καθημερινότητά τους. Συνεπώς, οι στάσεις και οι πρακτικές που συναντούν στο οικογενειακό περιβάλλον και στην τοπική κοινωνία επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουν την οικολογική τους συνείδηση (Bronfenbrenner, 1979).

Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο πλαίσιο κοινωνικοποίησης των παιδιών. Οι γονείς, με τις δικές τους στάσεις και πρακτικές, λειτουργούν ως πρότυπα προς μίμηση. Όταν οι γονείς ανακυκλώνουν, εξοικονομούν ενέργεια ή φροντίζουν έναν κήπο, διδάσκουν έμμεσα στα παιδιά την αξία της οικολογικής υπευθυνότητας. Επιπλέον, οι κοινές δραστηριότητες στη φύση, όπως οι βόλτες σε πάρκα ή η καλλιέργεια φυτών στο σπίτι, ενισχύουν τη συναισθηματική σύνδεση των παιδιών με το περιβάλλον (Evans et al., 2018). Ο/Η νηπιαγωγός μπορεί να ενισχύσει αυτή τη διαδικασία ενημερώνοντας τους γονείς για τον τρόπο που μπορούν να υποστηρίξουν τις σχολικές δραστηριότητες και παρέχοντας ιδέες για οικολογικές δράσεις στο σπίτι.

Η τοπική κοινωνία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Η συνεργασία του νηπιαγωγείου με τοπικούς φορείς, δήμους, περιβαλλοντικές οργανώσεις ή πολιτιστικά κέντρα, προσφέρει στα παιδιά ευκαιρίες συμμετοχής σε δράσεις με πραγματικό αντίκτυπο. Για παράδειγμα, η συμμετοχή σε καθαρισμούς παραλιών, η επίσκεψη σε ένα οικολογικό πάρκο ή η γνωριμία με επαγγελματίες που ασχολούνται με την προστασία του περιβάλλοντος, δίνει στα παιδιά την αίσθηση ότι η φροντίδα της φύσης είναι μια συλλογική υπόθεση (Moser, 2010).

Η αποτελεσματικότητα της περιβαλλοντικής αγωγής ενισχύεται όταν υπάρχει συνέργεια ανάμεσα στους τρεις αυτούς φορείς. Μέσα από εκδηλώσεις που οργανώνονται από κοινού (π.χ. «ημέρες ανακύκλωσης», «γιορτές φύσης»), καλλιεργείται η αίσθηση κοινής ευθύνης και ενδυναμώνεται το μήνυμα ότι η προστασία του περιβάλλοντος είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους. Παράλληλα, τέτοιες δράσεις ενισχύουν και τη συμμετοχικότητα των γονέων στη σχολική ζωή, συμβάλλοντας σε μια πιο ολοκληρωμένη μαθησιακή εμπειρία για τα παιδιά (Bentsen et al., 2010).

Συνολικά, η οικογένεια και η κοινότητα αποτελούν κρίσιμους συμμάχους του νηπιαγωγείου στην καλλιέργεια περιβαλλοντικής συνείδησης. Η συνέργεια αυτών των τριών φορέων δημιουργεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μάθησης και πράξης, όπου τα παιδιά βιώνουν την οικολογική υπευθυνότητα ως αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους.

Δυσκολίες και προκλήσεις

Παρά τη σημασία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο, η εφαρμογή της συναντά συχνά εμπόδια που περιορίζουν την αποτελεσματικότητά της. Οι δυσκολίες αυτές σχετίζονται με θεσμικούς, παιδαγωγικούς αλλά και πρακτικούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη.

Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα είναι η απουσία επαρκών πόρων. Πολλά νηπιαγωγεία δεν διαθέτουν κατάλληλους εξωτερικούς χώρους, όπως αυλές ή κήπους, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για δραστηριότητες στη φύση. Επιπλέον, συχνά υπάρχει περιορισμένος αριθμός υλικών για περιβαλλοντικά προγράμματα, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να καταφεύγουν σε αυτοσχέδιες λύσεις (Henderson & Tilbury, 2004).

Οι νηπιαγωγοί καλούνται να καλύψουν πολλούς γνωστικούς τομείς σε περιορισμένο χρόνο. Η έλλειψη ευελιξίας στο αναλυτικό πρόγραμμα μπορεί να περιορίσει τις ευκαιρίες για περιβαλλοντικές δραστηριότητες. Αν και η διαθεματική προσέγγιση προσφέρει λύσεις, στην πράξη οι εκπαιδευτικοί συχνά αισθάνονται ότι δεν έχουν αρκετό χρόνο για να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν πλούσιες περιβαλλοντικές εμπειρίες (Elliott & Davis, 2009).

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση απαιτεί ειδικές γνώσεις και δεξιότητες. Πολλοί νηπιαγωγοί αναφέρουν ότι δεν έχουν λάβει επαρκή κατάρτιση σε θέματα βιωσιμότητας και βιωματικής προσέγγισης, γεγονός που περιορίζει την αυτοπεποίθησή τους στην υλοποίηση τέτοιων δραστηριοτήτων (Hedefalk et al., 2015). Η έλλειψη συστηματικών επιμορφωτικών προγραμμάτων δυσχεραίνει τη διάδοση καινοτόμων πρακτικών στο πεδίο.

Οι στάσεις της οικογένειας και της τοπικής κοινωνίας επηρεάζουν σημαντικά την επιτυχία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Όταν οι γονείς δεν συμμερίζονται την αξία της οικολογικής υπευθυνότητας ή όταν οι κοινωνικές πρακτικές ενισχύουν καταναλωτικά πρότυπα, η προσπάθεια του σχολείου συναντά αντίσταση (Chawla & Cushing, 2007). Η απουσία συνεργασίας ανάμεσα σε σχολείο, οικογένεια και κοινότητα αποτελεί συχνά εμπόδιο στην εμπέδωση οικολογικών αξιών.

Τα περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως η κλιματική αλλαγή ή η απώλεια βιοποικιλότητας, είναι ιδιαίτερα σύνθετα και αφηρημένα. Η πρόκληση για τους/τις νηπιαγωγούς είναι να τα παρουσιάσουν με τρόπο κατανοητό και κατάλληλο για την ηλικία των παιδιών, χωρίς να δημιουργήσουν άγχος ή φόβο. Αντίθετα, χρειάζεται να ενισχύσουν την αισιοδοξία και την πεποίθηση ότι «οι μικρές πράξεις κάνουν τη διαφορά» (García & Martínez, 2016).

Συνολικά, οι δυσκολίες και προκλήσεις της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο νηπιαγωγείο αναδεικνύουν την ανάγκη για θεσμική υποστήριξη, επαρκείς πόρους, συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και ενεργή συμμετοχή της οικογένειας και της κοινότητας. Μόνο μέσα από μια ολιστική προσέγγιση μπορούν να ξεπεραστούν τα εμπόδια και να ενισχυθεί η περιβαλλοντική μάθηση από τις πρώτες σχολικές ηλικίες.

Συμπεράσματα και προτάσεις

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στο νηπιαγωγείο συνιστά ένα θεμέλιο για την καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης και υπεύθυνης στάσης απέναντι στη φύση. Μέσα από τη βιωματική μάθηση, το παιχνίδι, την τέχνη και τη συνεργασία, τα παιδιά αποκτούν τις πρώτες τους εμπειρίες που τα συνδέουν ουσιαστικά με το περιβάλλον. Αυτές οι εμπειρίες διαμορφώνουν όχι μόνο γνώσεις αλλά και αξίες, συναισθήματα και συμπεριφορές, που μπορούν να τα συνοδεύουν σε όλη τους τη ζωή.

Τα συμπεράσματα της ανάλυσης αναδεικνύουν ότι η προσχολική ηλικία αποτελεί κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης, καθώς τα παιδιά είναι δεκτικά σε εμπειρίες που ενισχύουν την αγάπη και τον σεβασμό για τη φύση. Ο/Η νηπιαγωγός παίζει κεντρικό ρόλο, καθώς λειτουργεί ως πρότυπο, παιδαγωγός και συνδετικός κρίκος μεταξύ σχολείου, οικογένειας και κοινότητας. Οι δραστηριότητες που εφαρμόζονται στο νηπιαγωγείο πρέπει να χαρακτηρίζονται από βιωματικότητα, δημιουργικότητα και διαθεματικότητα, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Η οικογένεια και η κοινότητα αποτελούν σημαντικούς συμμάχους, καθώς η περιβαλλοντική μάθηση δεν περιορίζεται στο σχολικό πλαίσιο αλλά επεκτείνεται στην καθημερινότητα των παιδιών. Η εφαρμογή της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης συναντά προκλήσεις, όπως η έλλειψη πόρων, οι χρονικοί περιορισμοί και η ανάγκη επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, οι οποίες απαιτούν συστηματική υποστήριξη σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο.

Με βάση τα παραπάνω, προτείνεται η ενίσχυση της επιμόρφωσης των νηπιαγωγών, ώστε να αποκτήσουν τα απαραίτητα εργαλεία και γνώσεις για την αποτελεσματική υλοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων. Η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα με τρόπο οργανικό και διαθεματικό, ώστε να μην αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον αντικείμενο αλλά ως βασική διάσταση της εκπαίδευσης. Η δημιουργία συνεργασιών με την τοπική κοινότητα και περιβαλλοντικούς φορείς, προκειμένου τα παιδιά να έρχονται σε επαφή με πραγματικές δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος. Η ενίσχυση της συνεργασίας με τις οικογένειες, μέσα από ενημερωτικά προγράμματα, κοινές δραστηριότητες και εκδηλώσεις που θα ευαισθητοποιούν τόσο τα παιδιά όσο και τους γονείς. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας με κριτικό τρόπο, ώστε τα παιδιά να γνωρίσουν μέσα από πολυμέσα και διαδραστικές εφαρμογές βασικές περιβαλλοντικές έννοιες, χωρίς να χάνουν την άμεση επαφή με το φυσικό περιβάλλον.

Συνοψίζοντας, η περιβαλλοντική εκπαίδευση στο νηπιαγωγείο μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση μελλοντικών πολιτών που θα αναπτύξουν οικολογική υπευθυνότητα, κοινωνική ευαισθησία και ενεργό συμμετοχή στη δημιουργία ενός βιώσιμου μέλλοντος. Η επένδυση σε αυτό το στάδιο εκπαίδευσης αποτελεί, επομένως, επένδυση στην ποιότητα ζωής των επόμενων γενεών.

Βιβλιογραφία

Arizpe, E., Farrell, M., & McAdam, J. (2014). Children reading picturebooks: Interpreting visual texts. Routledge.

Bentsen, P., Mygind, E., & Randrup, T. B. (2010). Towards an understanding of udeskole: Education outside the classroom in a Danish context. Education 3-13, 38(1), 29–44. https://doi.org/10.1080/03004270903206116

Bronfenbrenner, U. (1979). The ecology of human development: Experiments by nature and design. Harvard University Press.

Chawla, L. (1998). Significant life experiences revisited: A review of research on sources of environmental sensitivity. The Journal of Environmental Education, 29(3), 11–21. https://doi.org/10.1080/00958969809701892

Chawla, L., & Cushing, D. F. (2007). Education for strategic environmental behavior. Environmental Education Research, 13(4), 437–452. https://doi.org/10.1080/13504620701581539

Cheng, J. C. H., & Monroe, M. C. (2012). Connection to nature: Children’s affective attitude toward nature. Environment and Behavior, 44(1), 31–49. https://doi.org/10.1177/0013916510385082

Davis, J. (2010). Young children and the environment: Early education for sustainability. Cambridge University Press.

Davis, J. (2015). Young children and the environment: Early education for sustainability (2nd ed.). Cambridge University Press.

Elliott, S., & Davis, J. (2009). Exploring the resistance: An Australian perspective on educating for sustainability in early childhood. International Journal of Early Childhood, 41(2), 65–77. https://doi.org/10.1007/BF03168878

Ernst, J., & Tornabene, L. (2012). Preservice early childhood educators and natural outdoor settings: Intentions and preferences. Journal of Early Childhood Teacher Education, 33(3), 268–284. https://doi.org/10.1080/10901027.2012.705804

Evans, G. W., Brauchle, G., Haq, A., Stecker, R., Wong, K., & Shapiro, E. (2018). Young children’s environmental attitudes and behaviors. Environment and Behavior, 40(5), 635–658. https://doi.org/10.1177/0013916507308528

García, E., & Martínez, J. (2016). Environmental education in early childhood: Approaches and challenges. International Journal of Early Years Education, 24(3), 345–358. https://doi.org/10.1080/09669760.2016.1187712

Hedefalk, M., Almqvist, J., & Östman, L. (2015). Education for sustainable development in early childhood education: A review of the research literature. Environmental Education Research, 21(7), 975–990. https://doi.org/10.1080/13504622.2014.971716

Henderson, K., & Tilbury, D. (2004). Whole-school approaches to sustainability: An international review of sustainable school programs. Australian Research Institute in Education for Sustainability.

Hungerford, H. R., & Volk, T. L. (1990). Changing learner behavior through environmental education. The Journal of Environmental Education, 21(3), 8–21. https://doi.org/10.1080/00958964.1990.10753743

Inoue, M., O’Gorman, L., & Davis, J. (2017). Investigating early childhood teachers’ understandings of and practices in education for sustainability in Japan and Australia. Early Childhood Education Journal, 45(3), 369–379. https://doi.org/10.1007/s10643-016-0788-4

Johnson, D. W., & Johnson, R. T. (1999). Learning together and alone: Cooperative, competitive, and individualistic learning. Allyn and Bacon.

Kolb, D. A. (1984). Experiential learning: Experience as the source of learning and development. Prentice Hall.

Kollmuss, A., & Agyeman, J. (2002). Mind the gap: Why do people act environmentally and what are the barriers to pro-environmental behavior? Environmental Education Research, 8(3), 239–260. https://doi.org/10.1080/13504620220145401

Manci, G. (2018). Impact of school–family–community partnership in student development. US–China Education Review A, 8(4), 169–177.

Moser, S. C. (2010). Communicating climate change: History, challenges, process and future directions. Wiley Interdisciplinary Reviews: Climate Change, 1(1), 31–53. https://doi.org/10.1002/wcc.11

Palmer, J. A. (1998). Environmental education in the 21st century: Theory, practice, progress and promise. Routledge.

Piaget, J. (1962). Play, dreams and imitation in childhood. Norton.

Pramling Samuelsson, I., & Kaga, Y. (2008). The contribution of early childhood education to a sustainable society. UNESCO.

Siraj-Blatchford, J. (2009). Education for sustainable development in early childhood. International Journal of Early Childhood, 41(2), 9–22. https://doi.org/10.1007/BF03168874

Sihvonen, P., Salmivalli, M., Alila, K., & Kuusisto, A. (2024). Promoting sustainability together with parents in early childhood education and care. Education Sciences, 14(5), 541. https://doi.org/10.3390/educsci14050541

Sobel, D. (2008). Childhood and nature: Design principles for educators. Stenhouse Publishers.

Tilbury, D. (1994). The critical learning years for environmental education. Environmental education at the early childhood level (pp. 11–13). North American Association for Environmental Education.

UNESCO. (2014). Shaping the future, we want: UN Decade of Education for Sustainable Development (2005–2014) final report. UNESCO Publishing.

UNESCO. (2017). Education for sustainable development goals: Learning objectives. UNESCO Publishing.

Wilson, R. A. (1993). Fostering a sense of wonder during the early childhood years. Greyden Press.

Wilson, R. A. (1996). Environmental education programs for preschool children. The Journal of Environmental Education, 27(4), 28–33. https://doi.org/10.1080/00958964.1996.9941473

Wilson, R. A. (2012). Nature and young children: Encouraging creative play and learning in natural environments. Routledge.

Αραμπατζή, Ν. (2025). Μέθοδοι εξοικείωσης των παιδιών προσχολικής ηλικίας με τη φύση και ανάπτυξη θετικών στάσεων για τη βιωσιμότητα. [Διπλωματική εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης].

ΙΕΠ. (2021). Πρόγραμμα Σπουδών Προσχολικής Εκπαίδευσης. Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής.


 Η  Έλλη Μπάρλα είναι Νηπιαγωγός ΠΕ60 M.Ed., ΠΕ90.01 (barlaelli@gmail.com)