Να σώσουμε λίγο από το αύριο που μας κλέβουν! Ανάμεσα στα δέντρα και τα γερανοφόρα: Μη βίαιη αντίσταση και οικολογική Πολιτειότητα

Περίληψη

Η παρούσα εργασία εξετάζει μια πτυχή από ένα ευρύ φάσμα εκδηλώσεων άτυπης Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης/Εκπαίδευσης για την Αειφορία. Σκοπό έχει την αποτύπωση της μη βίαιης άμεσης δράσης/αντίστασης ατόμων της κοινωνίας των πολιτών γύρω από την Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης, την ομάδα SOSε τα δέντρα και ομάδα ελευθεριακών ατόμων που αντέδρασαν μέσα από το πλαίσιο της «μη βίαιης κοινωνικής άμυνας των πολιτών» ενάντια στους σχεδιασμούς και τις πρακτικές του δήμου Θεσσαλονίκης, σχετικά με τις κοπές δέντρων, τον Μάρτιο του 2023. Επί μέρους στόχοι είναι η καταγραφή κάποιων υποκειμενικών παραμέτρων που σχετίζονταν με την απόφασή τους αυτή, όπως η συλλογιστική που δικαιολογεί/εξηγεί την αντίδρασή τους, τα συναισθήματα που τις (και τους) διακατείχαν, η εκτίμηση για το κατά πόσο επιτεύχθηκε ο σκοπός τους καθώς και το θεωρητικό σκεπτικό που εκτιμούν ότι στηρίζει την πράξη τους.    

Λέξεις κλειδιά: λαϊκή Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Βιώσιμη Ανάπτυξη, Περιβαλλοντικός Ακτιβισμός, Δημοκρατία, μη Βία, Ποιότητα Ζωής στην Πόλη. 

Εισαγωγή

Εδώ και δεκαετίες ο πλανήτης ταλανίζεται από μια οικολογική κρίση, με τη ρύπανση να αυξάνεται, την κατασπατάληση των φυσικών πόρων να εντείνεται, τη βιοποικιλότητα να συρρικνώνεται και την ποιότητα ζωής στις πόλεις να υποβαθμίζεται (Miller Tyler et al., 2025).

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με επιβαρυμένη ποιότητα ζωής, με ρύπανση από αιωρούμενα σωματίδια που συχνά υπερβαίνει τα όρια και με αναλογία πρασίνου/κατοίκων εξαιρετικά χαμηλή. Για το δήμο Θεσσαλονίκης ένα απογοητευτικό 2.7 (Csakaldimi, 2024: 3)[1] ή ακόμη και 2.19 (Γκανάτσας κ.σ., 2002) τ.μ. ανά κάτοικο φαίνεται να είναι η σημερινή αναλογία,[2] ενώ: α) ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) θεωρεί πολύ σημαντικές τις πράσινες εκτάσεις για την ευημερία των ανθρώπινων κοινωνιών (WΗΟ, 2016), β) σύμφωνα με την υπουργική απόφαση 10788 (ΦΕΚ 285/5.3.2004: 3316), απαιτούνται 8 τ.μ. αστικού πρασίνου ανά κάτοικο, σε επίπεδο πολεοδομικής ενότητας,[3] γ) μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις έχουν πολλαπλάσιες εκτάσεις αστικού πρασίνου όπως το Λίβερπουλ (25τ.μ.), η Φλωρεντία (55 τ.μ.), το Άμστερνταμ (50 τ.μ.).[4]  

Παρόλο που το πράσινο γενικά φαίνεται να μπορεί να μειώσει αισθητά την ατμοσφαιρική ρύπανση (Han et al., 2022) και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη μειώνει τις υψηλές θερμοκρασίες και το CO2 στον αέρα (Csakaldimi, 2024: 3), ακριβώς επειδή είναι ελάχιστο αξιολογείται ποιοτικά κάτω του μετρίου από το 88,9% των κατοίκων. Επιπλέον η μέση απόσταση προσέγγισής του έχει υπολογιστεί σε 1,8 χλμ., με  αποτέλεσμα ένας στους τέσσερις κατοίκους να μην πηγαίνει σχεδόν ποτέ ακόμη και στο κοντινότερο πάρκο με τα πόδια (Λατινόπουλος 2021). Σημειωτέον ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει απόσταση 300 μέτρων ώστε με περπάτημα 5-10 λεπτών να φτάνει κάποιος/α σε πάρκο 5 στρεμμάτων (WHO, 2016: 25). Επιπλέον, ελάχιστα πάρκα έχουν αυτή την κρίσιμη έκταση των 5 στρεμμάτων, για να διεγείρουν το ενδιαφέρον των κατοίκων ώστε να τα επισκεφθούν. Με τις μαζικές κοπές και καταστροφικές κλαδεύσεις του 2022-2023 η αναλογία τείνει πλέον να πέσει κάτω και από αυτό το ελαχιστότατο ποσοστό, όπως πρόσφατα επισήμανε και η Ελληνική Δασολογική Εταιρεία.[5]

Προκύπτει αβίαστα εδώ η κομβική σημασία και ανάγκη της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (ΠΕ) μέσα από την τυπική, μη τυπική και άτυπη εκδοχή της, ενώ κατά τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίζεται και η Εκπαίδευση για την Αειφορική/Βιώσιμη Ανάπτυξη, οι 17 στόχοι της οποίας σκιαγραφούν μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον.[6] Όταν λοιπόν η διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης αποφασίζει να κόψει και τα 41 μεγάλα δέντρα της πλατείας Αριστοτέλους, μια μερίδα πολιτών αποφασίζει να αναλάβει την ευθύνη της ανάδειξης του προβλήματος και να αντιπαρατεθεί με μη βίαιο τρόπο, αντιστεκόμενη έτσι σε παράλογους για τον κοινό νου και αντιεπιστημονικούς σχεδιασμούς και πρακτικές. Επί μέρους στόχοι ήταν να παραδειγματίσει με τον τρόπο της και να εκπαιδεύσει την υπόλοιπη κοινωνία αναφορικά με τις αξίες της Αειφορίας. 

Δέκα τέσσερα άτομα (7 γυναίκες και 7 άντρες) /οι, δέχονται να αναλάβουν το φορτίο πόνου που τους αντιστοιχεί ώστε να αντιστραφεί η φορά των πραγμάτων και τοποθετούν τους εαυτούς τους ανάμεσα στα δέντρα και τα γερανοφόρα των εργολαβικών εταιρειών που είχαν αναλάβει την κοπή. Συλλαμβάνονται και τους απαγγέλλονται κατηγορίες για «παράνομη βία». Να σημειωθεί ότι τα 41 αυτά δέντρα ήταν μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού σχεδιασμού που αφορούσε το κόψιμο περίπου τεσσάρων χιλιάδων δέντρων, γεγονός που σε συνδυασμό με το σχετικά μικρό μέγεθος της πόλης, συνεπάγεται ιδιαίτερα έντονη περιβαλλοντική ζημία.

Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας της δημοτικής αρχής για το κόψιμο των δέντρων, συγκροτείται γύρω από την επικινδυνότητά τους[7] και έχει τις ρίζες του σε ατυχήματα που έχουν γίνει παλαιότερα από πτώσεις δέντρων. Τα ατυχήματα αυτά όμως έχουν να κάνουν με κακή ή ανύπαρκτη συντήρηση των δέντρων από μέρους των δημοτικών αρχών,[8] από έλλειψη εμπειρίας ιδιωτών που επιχειρούν και ελλιπή προληπτικά μέτρα ασφάλειας,[9] ή σαν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών συνθηκών.[10] Εν πάση περιπτώσει όμως, οι ανθρώπινες απώλειες στα ατυχήματα αυτά είναι μηδαμινές σε σχέση με τις εκατοντάδες θανάτους από την ατμοσφαιρική ρύπανση κάθε χρόνο και μόνο στη Θεσσαλονίκη (Κογεβίνας και Dyer, 2025). Τέλος, ακόμη και εάν ο ισχυρισμός της δημοτικής αρχής (οι λεύκες έχουν επιπόλαιο ριζικό σύστημα και είναι επικίνδυνες για πτώση) γίνει δεκτός, θα μπορούσε ο σχεδιασμός αυτός να υλοποιηθεί σταδιακά σε βάθος δεκαετίας ώστε να αποφευχθεί ένα περιβαλλοντικό σοκ για την πόλη. 

Η λαϊκή Περιβαλλοντική Εκπαίδευση

Ο προσανατολισμός της ΠΕ στη δράση και ο βιωματικός και συμμετοχικός της χαρακτήρας έχουν προταθεί αρκετά παλαιότερα από γνωστούς συγγραφείς του χώρου, όπως ο Fien (1993), η Gough (1997), οι Jensen και Schnack (1997), ή  ο Singh (2001). Οι συγκεκριμένες προσεγγίσεις όμως, είχαν αναφορές στην τυπική εκπαίδευση. Η λαϊκή  ΠΕ προέκυψε ως διασταύρωση της περιβαλλοντικής με τη λαϊκή εκπαίδευση (για τη λαϊκή εκπαίδευση δες Foley, 1998; Kane, 2010; Mayo, 2020), στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 και αναπτύχθηκε κυρίως σε χώρες της Λατινικής Αμερικής (educacion ambiental popular). Τα περιβαλλοντικά κινήματα που εκδηλώθηκαν εκεί, ως απάντηση στα διαδοχικά στρατιωτικά πραξικοπήματα, εστίασαν στον άνθρωπο, ως μέρος του περιβάλλοντος και δέχτηκαν επιρροές από τη σκέψη των αυτοχθόνων πληθυσμών σχετικά με την αρμονία με τη φύση (Flores, 2010). Η λαϊκή ΠΕ ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλιών στο χώρο της εκπαίδευσης, με σκοπό την αμφισβήτηση των σχέσεων κυριαρχίας, την αναζήτηση μιας απελευθερωτικής διαδικασίας και, τελικά, την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη και τη γενικότερη κοινωνική αλλαγή, μέσω της ενδυνάμωσης των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Είναι μια παιδαγωγική πρακτική που τοποθετείται στο πλαίσιο των λαϊκών κινημάτων, λειτουργώντας με συμμετοχικές διαδικασίες. Η αναγκαιότητα της προέκυψε ως απάντηση στα περιβαλλοντικά προβλήματα, που υπήρχαν σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η εμπειρία από την εφαρμογή της λαϊκής ΠΕ ενσωματώθηκε σε ένα νέο Παράδειγμα της σχέσης κοινωνίας-φύσης, το οποίο εκφράστηκε με μεγαλύτερη ένταση από τη δεκαετία του 1990 και μετά (Peralta και Ruiz, 2010·  Flowers et al (2009). 

Η λαϊκή ΠΕ εκπαιδεύει κοινωνικές ομάδες για κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα σε διάφορους τομείς ανάπτυξης της κοινότητας, με σκοπό να καλλιεργήσει τους θεματικούς άξονες που παρέχονται από διάφορους επιστημονικούς οργανισμούς. Παράλληλα, αναπτύσσεται  ένας διάλογος με τη λαϊκή γνώση και εμπειρία, ώστε σε συνδυασμό με την επιστημονική γνώση, να προκύψει η ενίσχυση της γνώσης σε επίπεδο πρακτικών περιβαλλοντικής διαχείρισης (Pérez Hernández, 2021).

Ερευνητικά ερωτήματα

Πως ερμηνεύουν/αιτιολογούν αυτές και αυτοί οι 14 πολίτες τη μη βίαιη αντίστασή τους, μάλιστα γνωρίζοντας ότι διακινδυνεύουν να συλληφθούν; Από τι συναισθήματα διαπνέονται και ποιο είναι το θεωρητικό σκεπτικό τους;

Μέθοδος

Οι πληροφορήτριες/ές είναι τα 10 από τα 14 άτομα που συνελήφθησαν. Το εργαλείο συλλογής δεδομένων είναι ένα ερωτηματολόγιο με ανοιχτές ερωτήσεις. Οι απαντήσεις αναλύθηκαν με τη μέθοδο της θεματικής ανάλυσης (Braun και Clarke, 2006). Σε μια δεύτερη φάση έγιναν και σύντομες συνεντεύξεις με κάποια από τα 10 άτομα, ώστε να καλυφθούν κενά που προέκυψαν από την προηγούμενη ανάλυση των ερωτηματολογίων.  Τα θέματα που προέκυψαν από την ανάλυση παρατίθενται στη συνέχεια.

Αποτελέσματα

1.  Σκοποί/στόχοι.

Ο οραματικός σκοπός τους για μια υπεράσπιση των μελλοντικών γενεών που υλοποιείται μέσω της διάσωσης των τωρινών συλλογικών αγαθών, ίσως μπορεί να συνοψιστεί με το σύνθημα που υπερκαθορίζει όλη τη δράση τους και πλαισιώνει τους επί μέρους σκοπούς/στόχους τους:

Να σώσουμε λίγο από το αύριο που μας κλέβουν (Άρης)

Ο αρχικός σκοπός των ακτιβιστών ήταν η ευαισθητοποίηση πολιτών και διοίκησης του δήμου …

(…) να τεθεί το θέμα στο δημόσιο διάλογο (Λεωνίδας)

… ως προς την ευεργετική δράση του αστικού πρασίνου, που είναι σημαντικό …

(…) για την βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα των κοινωνιών μας, ειδικά σε καιρό κλιματικής κρίσης (…) αλλά και για τη βιοποικιλότητα (Ιφιγένεια)

… αφού μάλιστα η Θεσσαλονίκη είναι

(…) μία από τις πόλεις πανευρωπαϊκά με το λιγότερο ποσοστό πρασίνου ανά κάτοικο καθώς επίσης και με τα πιο αυξημένα ποσοστά ρύπανσης (…)  (Ιφιγένεια).

Οι ακτιβίστριες/ες είχαν και εσωτερικά κίνητρα. Ένιωθαν ότι είχαν πολιτικό καθήκον να επέμβουν καλύπτοντας το δημοκρατικό έλλειμμα της λειτουργίας του δήμου

 Η συμμετοχή μου (…)  ήταν για μένα σημαντική (…) και για την πολιτική χροιά που είχε, πολιτική με την έννοια του πολίτη. Η έλλειψη διαβούλευσης από πλευρά του Δήμου, τα ώτα μη ακουόντων στις διαμαρτυρίες των πολιτών (…) και τα οικονομικά συμφέροντα που κρύβονταν πίσω από αυτή την κάκιστη διαχείριση των δέντρων [ήταν] αυτά που με κινητοποίησαν να λάβω μέρος (Ιφιγένεια)

[Ε]ίναι αδιανόητο οι άνθρωποι που είναι σε θέσεις ευθύνης να κωφεύουν επιδεικτικά απέναντι σε όσες φωνές δεν εξυπηρετούν τα σχέδιά τους (Περσεφόνη).

Ήθελαν επίσης να υπεραμυνθούν των μη ανθρώπινων όντων που λέγονται ζώα ή δέντρα

[διαταράσσεται η] καθημερινότητα των μη-ανθρώπινων ζώων (Περσεφόνη).

Το αίσθημα της αδικίας ενάντια σε έναν έμβιο οργανισμό, στην περίπτωση αυτή τα δέντρα, που δεν είχε την δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (Αμφιτρίτη).

Κάποιοι άλλοι θεωρούν τον ακτιβισμό αυτό ως ένα υποσύνολο μιας σφαιρικότερης δράσης τους για θέματα της πόλης, ένα σημαντικό από τα οποία είναι ο «εξευγενισμός» της Θεσσαλονίκης

Είναι ένα ελάχιστο κομμάτι από τον συνολικό μας αγώνα (…) ενάντια στα σχέδια της εξουσίας και των τοποτηρητών της, όπως η δημοτική αρχή. Οι κοπές, οι αναπλάσεις, τα έργα στις γειτονιές, η επέκταση της πόλης, τα φανταχτερά μαγαζιά, η αυξανόμενη στρατοπέδευση των μπάτσων σε τόσα σημεία αλλά και η τεχνητή “υποβάθμιση” μιας περιοχής (πριν την “ωραιοποίησή” της), είναι για μας κομμάτι του εξευγενισμού (gentrification) που συντελείται σε αστικά κέντρα ανά τον κόσμο προς όφελος των λίγων, τουριστικοποιεί μια περιοχή, καταστρέφει τον χαρακτήρα της, διώχνει τους κατοίκους και ανεβάζει το κόστος ζωής (Λεωνίδας).

Ένας στόχος ακόμη ήταν η προβολή του μη βίαιου τρόπου δράσης

(…) επειδή έχω την φιλοσοφία της μη βίας (…)  ήταν για εμένα σημαντικό η δράση να είναι στα πλαίσια της μη βίαιης επικοινωνίας και δράσης (Οδυσσέας)

2. Τα συναισθήματα των εμπλεκόμενων

Οι ακτιβιστές πέρασαν από ένα στάδιο απογοήτευσης πριν από τη δράση τους, διαπιστώνοντας την αδιάφορη στάση πολιτών και δήμου, που κάποιες στιγμές έφτανε στην απελπισία

Απογοήτευση για την στάση πολιτών όσο και τοπικών αρχόντων που δεν κατανοούν ότι το κάθε δέντρο δίνει ζωή και υγεία (Θανάσης—Οδυσσέας).

(…) όταν έβλεπα την προπαγάνδα που δήμου να είναι η κυρίαρχη ιδεολογία άρχισα να απελπίζομαι (Ερμής).

Νιώθουν την ευθύνη για ανθρώπους, φύση και μελλοντικές γενιές να τους βαραίνει τους ώμους

(…) Ευθύνη για την ποιότητα της ζωής μου, των συνανθρώπων μου, των μελλοντικών γενεών, για τα δέντρα και όλη τη βιοποικιλότητα (…) που δεν έχουν δική τους φωνή να διαμαρτυρηθούν (Ιφιγένεια).

Τα αρχικά συναισθήματα-πριν τη σύλληψη- φαίνεται να ήταν: εσωτερική ικανοποίηση και υπερηφάνεια επειδή κάνουν το καθήκον τους ως ενεργοί πολίτες, αισιοδοξία, θεωρώντας ότι θα καταφέρουν να αποτρέψουν την κοπή των δέντρων, αλλά και χαρά για τη συνοχή της ομάδας, την αλληλεγγύη και την αποφασιστικότητα ανάμεσα στα μέλη

Ένιωσα πώς δεν έμεινα άπραγη (Ασπασία).

Ικανοποίηση για τους ανθρώπους που θυσιάζουν χρόνο και κόπο για να τα υπερασπιστούν [τα δέντρα] (Οδυσσέας).

Χαρά για την συμμετοχή μου κι ό,τι αυτό το κάνω με ανθρώπους που αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα της δράσης, ότι είμαστε όλοι μαζί σε αυτό (Ιφιγένεια).

Ήμασταν μαζί άνθρωποι που έχουμε την ίδια ανάγκη και είμαστε εκεί τελικά αποφασισμένοι/ες για ότι συμβεί (Αντιγόνη)

Περηφάνεια, πείσμα, ελπίδα, χαρά που τόσοι άνθρωποι δεν κάνανε πίσω μπροστά σε μια φυσική δύναμη που σαφέστατα υπερτερεί της δικιάς τους (Λεωνίδας).

Κατά τη διάρκεια της σύλληψης επικρατούν έντονα συναισθήματα και τα μέλη της ομάδας εμφορούνται από θυμό, ένταση, αγωνία και φόβο

Είχα μεγάλο θυμό εκείνη την ώρα (Περσεφόνη)

Αγωνία για το αποτέλεσμα (Ιφιγένεια)

Αδρεναλίνη, ομαδικό πνεύμα,  αμφιβολία, φόβος, αγωνία (Αμφιτρίτη)

Θυμός απέναντι στον Δήμο Θεσσαλονίκης που δε δίστασε να διατάξει τις συλλήψεις μας (Αντιγόνη)

(…) φόβος όταν με είχαν οι μπάτσοι στο πάτωμα και ο ένας πίεζε τον αντίχειρα του μέσα στο μάτι μου ή όταν ο άλλος πήγε να μου σπάσει το χέρι για να μου περάσει χειροπέδες (Λεωνίδας)

Αμέσως μετά τη σύλληψη, κατά τη διάρκεια της κράτησης και ειδικά μετά την απαγγελία της κατηγορίας για «παράνομη βία», προσλαμβάνουν όλη την κατάσταση ως αδικία.

(…) [με την] άδικη κατηγορία (…) για ¨παράνομη βία¨ τότε αισθάνθηκα τρομερά αδικημένος λες και ζουσα σε μια οργουελική δυστοπία οπού δεν μπορούσα εγώ και οι σύντροφοι μου να βρούμε το δίκιο μας (Ερμής)

(…) με ενόχλησε (…) η κατηγορία για παράνομη βία. Η απαράδεκτη στάση της εισαγγελέα που μας αντιμετώπισε σαν εγκληματίες (Αντιγόνη)

Όμως τα κυρίαρχα συναισθήματα μετά την άμεση δράση ήταν θετικά. Εμφορούνται από ικανοποίηση για το ότι κατάφεραν να αντιπαρατεθούν στην άδικη κοπή των δέντρων, συγκινούνται από τη συμπαράσταση του κοινωνικού τους κύκλου

Ικανοποίηση και δικαίωση (Άρης)

Ικανοποίηση ότι ήμουν εκεί παρά την ταλαιπωρία της σύλληψης. Θα πω και περηφάνια (Ιφιγένεια).

(…) ένα τεράστιο κύμα συμπαράστασης υπέρ μας και αυτό κάπως με ανατροφοδότησε θετικά (Ερμής).

η συμπαράσταση από ορισμένους/ες φίλους και φίλες μετά τη σύλληψη ήταν συγκινητική (Ασπασία).

Αργότερα επικρατεί μια απογοήτευση, αλλά και λύπη για τη συνέχιση των εργασιών κοπής των δέντρων, αλλά και για μια απαξιωτική στάση από έναν άλλο κύκλο πολιτών που αποδοκιμάζουν αυτή τη δράση

Μου έμεινε μία απογοήτευση γιατί ακούστηκε ότι θα συνεχιζόντουσαν οι εργασίες από το δήμο (Περσεφόνη).

 (…) απελπίστηκα εκ νέου από τα διαφορά σχόλια [στα socialmedia]: ¨άεργοι τεμπέληδες¨, ¨επαγγελματίες οικολόγοι¨, ¨πληρωμένοι αλληλέγγυοι¨ (Ερμής).

Πολύ αρνητικά συναισθήματα έχω από την αντίδραση του πατέρα μου όταν έμαθε για τη σύλληψή μου (Ασπασία).

Λύπη για την κοπή των δέντρων. Για πολλούς μήνες δεν άντεχα να περάσω από το πάρκο (Ιφιγένεια)

3. Τα παράπλευρα οφέλη

Τα μέλη της ομάδας των συλληφθέντων συμφωνούν ότι ο άμεσος στόχος δεν επιτεύχθηκε, αλλά εκτιμούν ότι προέκυψαν παράπλευρα οφέλη: Πρώτον, άνοιξε ο δημόσιος διάλογος για το θέμα αυτό που απέκτησε με μεγάλη ταχύτητα και ένταση, ευρύτερη δημοσιότητα και «ανάγκασε» ευρύτερα στρώματα κόσμου να πάρουν θέση και να θεωρήσουν τις κοπές δέντρων άδικες. Δεύτερον δημιουργήθηκαν κανάλια επικοινωνίας και συνάφθηκαν σχέσεις ανάμεσα σε αγωνίστριες/ες και πολιτικούς χώρους που μάλιστα δεν συνομιλούσαν μέχρι τότε. Τρίτον, θεωρούν μεγάλης συμβολικής σημασίας τη διαμαρτυρία αυτή, ενάντια σε αδικοπραξίες. Τέταρτον, κινητοποιεί τις αντιπολιτευόμενες παρατάξεις του δήμου να προβάλλουν πιο «πράσινες» προτάσεις   

Επετεύχθη ο στόχος (…) της δημιουργίας σχέσεων μεταξύ αγωνιζόμενων υποκειμένων και της επικοινωνίας μεταξύ πολιτικών χώρων που σε άλλες συνθήκες δεν συνδιαλέγονται (Λεωνίδας).

Διαδόθηκε και έγινε γνωστός ο σκοπός με ταχύτητα και ένταση και σε περισσότερο κόσμο (Αμφιτρίτη).

 Θεωρώ ότι σε συμβολικό επίπεδο (…) είναι σημαντικό να είμαστε στο δρόμο και να διεκδικούμε ή να διαμαρτυρόμαστε πρακτικά για πράγματα τα οποία θεωρούμε άδικα (Περσεφόνη).

Οι αγώνες δεν κερδίζονται εύκολα. Θεωρώ μεγάλη νίκη ότι η υπεράσπιση του αστικού πρασίνου (παύση των αναίτιων κοπών,  σωστές κλαδεύσεις, αιτήματα για περισσότερο πράσινο, πχ πάρκο ΔΕΘ) πήρε τόση μεγάλη δημοσιότητα. Επίσης, θεωρώ σημαντικό ότι [η οργάνωση] SOSε τα δέντρα αποτέλεσε αφορμή για την αλληλεπίδραση και συνεργασία ανθρώπων και ομάδων από διαφορετικά (πολιτικά) πλαίσια (Ασπασία).

Μπορεί να μη σώσαμε τα 41 δέντρα αλλά πετύχαμε τη μεγάλη προβολή του θέματος (…) στην πόλη και πανελλαδικά, τη συσπείρωση γύρω από το «Δίκτυο SOSε τα δέντρα», το σταμάτημα του προγράμματος της κοπής 4.000 δέντρων της πόλης και τελικά την πτώση της διοίκησης Ζέρβα στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Πετύχαμε περισσότερα από αυτά που περίμενα (Άρης)

4. Το θεωρητικό σκεπτικό πίσω από την άμεση δράση

Το συνολικό όραμα που φαίνεται να είναι η συγκολλητική ουσία για όλα τα μέλη της ομάδας έχει να κάνει με μια οικολογική κοινωνία ενεργών πολιτών, που με εργαλείο και φιλοσοφία τη μη βίαιη παρέμβαση στο δημόσιο χώρο κερδίζουν την κοινή γνώμη, σκοπεύοντας άμεσα αποτελέσματα. Υπάρχουν επίσης μέλη με ελευθεριακή αντίληψη, ίσως και με οικοσοσιαλιστικό προσανατολισμό, που πρεσβεύει ότι η μη βίαιη πολιτική ανυπακοή και ακτιβισμός είναι μια προσπάθεια συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων της πολιτικής εξουσίας, που μάλιστα στην περίπτωση του αστικού πρασίνου, εκτός των άλλων, προσπαθεί να απαλύνει/αμβλύνει την ανισότητα ανάμεσα στα προνομιούχα και τα φτωχά στρώματα των πόλεων. Τέλος, το οικοκεντρικό σκεπτικό κατέχει σημαντική θέση για κάποιες. Ο Murray Bookchin, ο Henri Lefebvre, ο David Harvey, ο Élisée Reclus, η Αόρατη Επιτροπή, το Earth Liberation Front και η ατζέντα με τους 17 στόχους του ΟΗΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη, συμπληρώνουν το puzzle των θεωρητικών αναφορών της ομάδας των ακτιβιστριών/ων, ενώ ένα μέλος δηλώνει την αποδοχή της μη βίαιης δράσης ως τακτικής και όχι ιδεολογικής επιλογής. 

Δεν θέλουμε να χρησιμοποιούμε απλώς τα προβλήματα για να κάνουμε πολιτική αλλά να έχουμε άμεσα αποτελέσματα. Μας καθοδηγεί το όραμα για μια οικολογική κοινωνία. Υποστηρίζουμε την ενεργοποίηση των πολιτών, την άμεση δράση και τη μη βίαιη παρέμβαση, ώστε να κερδίσουμε την κοινή γνώμη (Άρης).

Ανήκω και στον ιδεολογικό χώρο του ελευθεριακού οικοσοσιαλισμού (Ερμής).

Για εμένα ήταν μία πράξη πολιτικής ανυπακοής και μη-βίαιης αντίστασης, στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινήματος/αγώνα για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος (Ασπασία).

Eίμαστε ένα, όλα τα έμβια όντα, και όλη η φύση αυτού του πλανήτη. Κάθε αλλαγή σε ένα στοιχείο θα επηρεάσει όλο το σύστημα (Αμφιτρίτη).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η άτυπη «λαϊκή ΠΕ»

Αντίθετα με την άποψη ότι δεν έχουμε ελπίδες να αλλάξουμε τα μυαλά των ενηλίκων (Clover, 1998· Slattery, 2000: 86· Φλογαΐτη,  Λιαράκου, και Γαβριλάκης, 2013), οι ακτιβίστριες/ες γράφουν και πράττουν (ίσως χωρίς να το συνειδητοποιούν) πολύ κοντά στο πλαίσιο αρχών της λαϊκής και άτυπης ΠΕ που εκδηλώνεται ως κοινωνική δράση ενήλικων ακτιβιστών στο χώρο δουλειάς ή στην κοινότητά τους (Flowers et al., 2009: 37· δες ιδιαίτερα για τη Λατινική Αμερική, στο Kane, 2010) υπερασπιζόμενοι (advocacy) ένα αγαθό, υλικό ή άυλο. Aνήκουν σε ένα ευρύτερο σύνολο πολιτικοποιημένων ατόμων (κάποιοι γύρω από την Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης, κάποιοι άλλοι μέλη ελευθεριακών συνελεύσεων) που μέσα από οριζόντιες σχέσεις και διαδικασίες συλλογικής οικοδόμησης της γνώσης και διαλογικής μάθησης -το καθένα στη συλλογικότητά του- συνθέτουν την εμπειρική λαϊκή γνώση και εμπειρία τους με την επιστημονική γνώση (Pérez Hernández, 2021). Με τον τρόπο αυτό γίνονται συνειδητότεροι/ες όσον αφορά στην πολιτικο-κοινωνική και περιβαλλοντική αλληλεξάρτηση. Αυτό γίνεται  μέσα από συμμετοχικές παιδαγωγικές μεθόδους, είναι δηλαδή μια διαδικασία εκδημοκρατισμού της γνώσης και της πράξης. Στις διαδικασίες αυτές δεν υπάρχουν μαθητές αλλά άνθρωποι που μαθαίνουν συμμετέχοντας. Δεν υπάρχει δάσκαλος, αλλά εμψυχωτής η συντονιστής. Δεν υπάρχει τυπικό αναλυτικό πρόγραμμα με θέματα και ώρες διδασκαλίας και ίσως δεν εστιάζονται στην αξιολόγηση (Flowers, 2009: 36). Έτσι οι αποδέκτες της εκπαιδευτικής διαδικασίας γίνονται οι ίδιοι πρωταγωνιστές στα θέματα της κοινότητάς τους.

Η  λαϊκή ΠΕ συνδυάζει τις εμπειρίες των ιθαγενών λαών της Λατινικής Αμερικής, με τις ιδέες του Paulo Freire (Flores,2010).  Στόχο της αποτελεί η ευαισθητοποίηση των υποκειμένων σχετικά με τα περιβαλλοντικά προβλήματα και η ενθάρυνσή τους να προβούν σε μια κριτική ανάγνωση της πραγματικότητάς τους. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζουν προβλήματα, επιλέγουν εναλλακτικές λύσεις δράσης και κατασκευάζουν, ή ανακατασκευάζουν εφικτές προτάσεις. Επιδίωξή τους αποτελεί η αλληλεγγύη, βασιζόμενη στην αναγνώριση των διαφορών και των ίσων ευκαιριών για την ανθρώπινη επιτυχία (Suárez et al., 2022). Η εφαρμογή της λαϊκής ΠΕ γίνεται μέσα από συζητήσεις σχετικά με την άνιση πρόσβαση στους πόρους, την άδικη κατανομή των περιβαλλοντικών συνεπειών και τα αποτελέσματα της εκμετάλλευσης, αναγνωρίζοντας και ενισχύοντας τους αγώνες των λαϊκών στρωμάτων. Στο εγχείρημα της χειραφέτησης και της απελευθέρωσης του ανθρώπου προστίθεται αυτό της οικοδόμησης μιας άλλης σχέσης μεταξύ κοινωνίας και φύσης, μιας άλλης κατανόησης του ανθρώπου, ως μέρος της φύσης, αλλά και ο σεβασμός διαφορετικών μορφών ζωής (Souza, 2018: 68).O εκπαιδευτικός χαρακτήρας της λαϊκής ΠΕ συμβάλλει στη διαδικασία μετασχηματισμού και παραγωγής γνώσης, ως μια διαλεκτική μέθοδος, που αξιοποιεί στο έπακρο την τοπική γνώση και εναρμονίζεται με την κουλτούρα της τοπικής κοινότητας. Σημαντική πτυχή αυτής της διαδικασίας αποτελεί ο διάλογος και ο αναστοχασμός, που οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής συνείδησης, σύμφωνα με τον Freire,  επιτρέποντας τη συμμετοχή σε κάθε τομέα, προάγοντας την αίσθηση  του ανήκειν και αυξάνοντας το βαθμό δέσμευσης των συμμετεχόντων (Reyes et al., 2016).

[οι θεωρητικές αναφορές μας είναι] η Οικολογία της Ελευθερίας του Μάρεη Μπούκτσιν,  το Δικαίωμα στην Πόλη του Ανρί Λεφέβρ, οι Εξεγερμένες Πόλεις του Harvey, η ατζέντα με τους 17 στόχους του ΟΗΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Ιφιγένεια). 

Για το κομμάτι της άμεσης δράσης αντλώ έμπνευση από την πλούσια αναρχική παράδοση των τελευταίων 150 χρόνων (…). Για το κομμάτι της σύνδεσης οικολογικού και κοινωνικού ζητήματος, την σύνδεση χωροταξικού, πολεοδομικού και οικολογικού ζητήματος και την σημασία της πόλης ως πεδίο αντιπαράθεσης και μέγιστης όξυνσης των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων έχω ως βασική αναφορά την οικοαναρχική κληρονομιά, Ελιζε Ρεκλυ, Μπούκτσιν,  Αόρατη Επιτροπή, Earth Liberation Front. Άμεσες δηλαδή δράσεις σαμποτάζ και υλικές ζημιές σε εχθρικές προς την φύση εταιρείες (Λεωνίδας)

Επί πλέον η λαϊκή εκπαίδευση (περιβαλλοντική στην συγκεκριμένη περίπτωση) είναι προσανατολισμένη σε συγκεκριμένες μορφές δράσης που μπορούν να ανατρέψουν τις σχέσεις εξουσίας (Tøsse, 2010: 166) αντιστρέφοντας τα πολιτικά δρώμενα προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Άλλωστε, τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν παραδοσιακά τα "σχολεία" στα οποία εφαρμόζεται η λαϊκή εκπαίδευση ( Kane, 2010: 284).

Η ανάδειξη του θέματος των δέντρων και του πρασίνου (…) έπαιξαν ρόλο θεωρώ στις μετέπειτα Δημοτικές Εκλογές, [αφού] το πράσινο ήταν ψηλά στην ατζέντα των υποψήφιων Δημάρχων, όχι γιατί απαραίτητα το πίστευαν ή ήταν πραγματική προτεραιότητα αλλά γιατί τους αναγκάσαμε κατά κάποιο τρόπο και εμείς (Αντιγόνη).

[η σύλληψή μας] οδήγησε μακροπρόθεσμα εν μέρει και στην εκλογική συντριβή της διοίκησης Ζέρβα και στην υιοθέτηση πιο πράσινων προτάσεων από τις παρατάξεις της αντιπολίτευσης (Ερμής)

Η πρακτική αυτή εμπνέεται από την educacionpopularτου Paulo Freire, που προτείνει στους καταπιεσμένους να ανακαλύψουν τον κόσμο της κυριαρχίας και να δεσμευτούν για τη μεταμόρφωσή του. Προσπαθεί μέσα από διαδικασίες κριτικού αναστοχασμού (που προηγήθηκαν μέσα στις παραπάνω συλλογικότητες) να κάνει φανερή την καταπίεση και να ενδυναμώσει τα υποκείμενα, ώστε εμπλεκόμενα με την πολιτική πάλη (τη διαμαρτυρία για τα δέντρα) να καταφέρουν την αλλαγή της κοινωνικο-πολιτικής τους κατάστασης (Freire 1993: 30), παρακάμπτοντας φόβο, απάθεια και συνήθειες του παρελθόντος (Clover, 2002: 322).

Οι προηγούμενες της μη βίαιης δράσης συζητήσεις ανέδειξαν και τη σύμπλεξη των «οικολογικών» προβλημάτων με αυτά της φτώχειας, της αδικίας, της ανισότητας και εν τέλει και της οικο-δημοκρατίας, αφού η προστασία της βιόσφαιρας μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε την ίδια τη φύση της, καλλιεργώντας κριτικές, ηθικές, πολιτικές και δημιουργικές ικανότητες (Sauvé, 2015), μέσα από κινήματα πολιτών (Sauvé, 2017: 115, 118)

Οραματίζομαι έναν κόσμο όπου θα υπάρχει συμμετοχικότητα και αυτοδιαχείριση, όπου θα αποφασίζουμε όλοι/ες συλλογικά για τις ζωές μας, και δε θα αναθέτουμε σε μία εξουσία να το κάνει αυτό για εμάς. Στο πλαίσιο όπου η εξουσία αυτή υπάρχει, ο ακτιβισμός (κάθε τύπου), είναι ένας τρόπος με τον οποίο διεκδικούμε τη συμμετοχή μας στα κοινά. Πιστεύω πώς πρέπει να διεκδικούμε ριζοσπαστικά το δικαίωμα στην πόλη και να διαμορφώνουμε διαδικασίες που να παρεμβαίνουν στον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις αναδιαμορφώνονται. Η μείωση του πρασίνου στις πόλεις πλήττει κυρίως τους/τις κοινωνικά ευάλωτους/ες (για πολλούς λόγους που ξεκινάνε από τη δυσκολία πρόσβασης σε φυσικές περιοχές μέχρι φαινόμενα εκτοπισμού και εξευγενισμού), και οι δράσεις αποτροπής του, είναι ένας τρόπος μετριασμού των ανισοτήτων που σχετίζονται με την πρόσβαση σε πράσινους ή/και δημόσιους χώρους (Περσεφόνη)

Ταυτόχρονα, τα συλληφθέντα άτομα ορμώμενα από το θεωρητικό σκεπτικό τους «διδάσκουν» την ευρύτερη κοινωνία προστατεύοντας τον φυσικό πλούτο και δίνοντας ένα παραδειγματικό μάθημα μέσω μιας μη βίαιης άμεσης δράσης των πολιτών, αφενός προστασίας του περιβάλλοντος, αφετέρου αγωγής του πολίτη, αφού

ο δημόσιος χώρος ανήκει σε όλους/ες μας και [πρέπει να] έχουμε λόγο για τα πράγματα που συμβαίνουν σε αυτόν (Περσεφόνη)

Εισηγούνται στο ευρύτερο κοινό και ειδικά στην κοινωνία των πολιτών την υπεύθυνη πολιτειότητα, στην περίπτωσή μας την ευθύνη για το δημόσιο χώρο, εστιάζουν στην οικολογία και το περιβάλλον και παράγουν κοινωνικό κεφάλαιο (Tøsse, 2010: 165-166)

Διόρθωσα στο μέτρο που μπορούσα το ρωμέικο (Ερμής).

Επετεύχθη ο στόχος (…) της δημιουργίας σχέσεων μεταξύ αγωνιζόμενων υποκειμένων και της επικοινωνίας μεταξύ πολιτικών χώρων (Λεωνίδας).

Η μη βίαιη πολιτική ανυπακοή

Η φαντασία είναι αυτή που μπορεί να καταλύσει την προηγούμενη απάθεια και αδράνεια της καθημερινής, συνηθισμένης και ανήμπορης συνθηκολόγησης με το άδικο,[11] ώστε να οραματιστούμε τον κόσμο αλλιώτικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε μπορετό να φανταστούν μια δράση ως αποτέλεσμα του αναστοχασμού τους που κατέληξε ότι δεν φτάνει μόνο ο «πόλεμος» μέσα από τα social media, οι παραστάσεις στο δημοτικό συμβούλιο, οι δημόσιες διαμαρτυρίες …

Δεν μπορούσαμε να μένουμε μόνο στις διαμαρτυρίες στα socialmedia, στα ΜΜΕ και αυτοί να συνεχίζουν το καταστροφικό έργο τους. Έπρεπε να υπάρξει μια αποφασιστική κίνηση σε έναν σημαντικό χώρο στο κέντρο της πόλης, με όρθια και γερά ακόμη τα δέντρα (Άρης)

… αλλά χρειάζονται και συμβολικές πράξεις μη βίαιης παρέμβασης, για τις οποίες μάλιστα κάποια από τα μέλη της ομάδας των συλληφθέντων είχαν εκπαιδευτεί από τον ίδιο τον συγγραφέα (Xavier Renou, 2012) σχετικού εγχειριδίου.

Η μη βίαιη επικοινωνία, ανυπακοή και δράση πάνω στην οποία εκπαιδεύτηκαν τα μέλη της ομάδας SOSε τα δέντρα στήριξε τόσο την δράση όσο και την αποτελεσματικότητα της δράσης (Οδυσσέας)

Δέχονται να χάσουν μια μάχη (τα 41 δέντρα της πλατείας Αριστοτέλους κόπηκαν τελικά), για να κερδίσουν όμως τον πόλεμο («άνοιξε» το θέμα στην κοινή γνώμη της Θεσσαλονίκης).

Επετεύχθη ο στόχος (…) του ανοίγματος του ζητήματος στο δημόσιο διάλογο (Λεωνίδας)

Εδώ δίνεται ένα μάθημα μη βίαιης αντιπαράθεσης:  η αντικειμενική αλήθεια - σύμφωνα με τις μεταφυσικές και επιστημολογικές διαστάσεις που της απέδιδε ο Γκάντι – δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή σε όλες τις διαστάσεις της από καθένα από τα αντιμαχόμενα μέρη. Κάθε αντίπαλη ομάδα αντιλαμβάνεται μόνο ένα κομμάτι της συνολικής αλήθειας. Επομένως δεν έχει κάποιο απελευθερωτικό νόημα το να προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε την ιδιαίτερη άποψή μας για τα πράγματα πάνω  στους άλλους (Chatterjee, 1983). Μόνο όταν οι αντίπαλες ομάδες επικοινωνήσουν τότε μπορούν να ανακαλύψουν αυτή τη σφαιρική  πραγματικότητα. Η επικοινωνία αυτή απαιτεί να προσεγγίσουμε τη σύγκρουση με ανοιχτό πνεύμα απέναντι στην πιθανότητα πως οι πεποιθήσεις μας για το τι είναι σωστό μπορεί να είναι ελλιπείς, ιδιοτελείς και αποσπασματικές. Άρα οφείλουμε να  προσεγγίσουμε την σύγκρουση έτσι ώστε να καταστήσουμε τον εαυτό μας αλλά και τον αντίπαλο ικανότερους στην συνειδητοποίηση στης αλήθειας αυτής (Holmes, 1991).

Πως διασφαλίζεται αυτή η συνθήκη; Για να μετασχηματιστεί  μια άδικη κατάσταση απαιτείται να καταβληθεί μια ποσότητα πόνου. Στις συνηθισμένες βίαιες αναμετρήσεις η κάθε ομάδα προσπαθεί να αποφύγει να επωμιστεί τον πόνο αυτό, μετακυλίοντάς τον στην αντίπαλη ομάδα. Αντίθετα, οι μη βίαιοι αγωνιστές και αγωνίστριες πρόθυμα δέχονται να τον επωμιστούν.  Η ανάληψη του φορτίου του πόνου από τους/τις μη βίαιους/ες  επενεργεί καταλυτικά έτσι ώστε ο αντίπαλος να αντιμετωπίσει κατάματα την  πραγματικότητα και τα αποτελέσματα της δικής του βίας και της καταπίεσης που έχει επιβάλλει, αφού ο φόβος ο προερχόμενος από απειλή άσκησης βίας θα έχει ακυρωθεί. Έτσι μπορεί να «μαλακώσει» και να επαναπροσδιορίσει τη στάση του, να αλλάξει (Fischer, 1982). Ταυτόχρονα «κερδίζεται» και η κοινή γνώμη, παράγοντας που μπορεί να στοιχίσει την απώλεια της πολιτικής εξουσίας από την πολύ ισχυρότερη βίαιη ομάδα. 

(…) Ήλπιζα ότι μέσα από αυτό τον ακτιβισμό, θα ασκούνταν εντονότερη πίεση στη δημοτική αρχή, προκειμένου να ξανασκεφτούν τις αποφάσεις τους, και ότι παράλληλα περισσότερος κόσμος θα ευαισθητοποιούνταν για το ζήτημα (Περσεφόνη).

(…) οι συλλήψεις έγιναν ευρέως γνωστές. Θεωρήθηκαν άδικες σχεδόν από όλον τον κόσμο. Ο αγώνας μας απέκτησε δημοσιότητα και θεωρώ ότι ήταν μία από τις αιτίες που η Δημαρχία Ζέρβα δεν πήρε την εξουσία στις εκλογές[12] (Ιφιγένεια).

Oι ακτιβίστριες/ες που συνελήφθησαν έρχονται να συναντήσουν ένα διαχρονικό μοντέλο αντίστασης, την πολιτική ανυπακοή (Thoreau, 1849/1991) και έναν από τους «κλάδους» του: τη μη βίαιη δράση που διενεργείται με οικολογικά κριτήρια. Αυτή εκτείνεται από to κίνημα των tree huggers στην Ινδία μέχρι τη βρετανική Κολομβία (Zelko, 2004) και από τις δράσεις της Greenpeace μέχρι τον ακτιβισμό των Fridays for Future και την μη βίαιη πολιτική ανυπακοή των Extinction Rebellion (Tilk et al., 2025) και εναντιώνεται σε παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας ή μεγάλων εταιρειών, που δρουν μη αειφορικά. Οι ακτιβίστριες/ες της Θεσσαλονίκης, δεν φτάνουν να ταυτιστούν με τον βιοσφαιρικό εξισωτισμό του Naess και τη βαθιά οικολογία (Naess, 1973), αλλά είναι ξεκάθαρο ότι νιώθουν και δρουν οικοκεντρικά (μη ανθρωποκεντρικά), αισθανόμενες…

 (…) την αδικία που ασκείται ενάντια σε έναν έμβιο οργανισμό, τα δέντρα, που δεν είχε την δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (Αμφιτρίτη).

Ευθυγραμμίζονται με τον Naess σε σχέση με τις αυτοκαταστροφικές τάσεις του ανθρώπινου είδους: τον πόλεμο, την εκμετάλλευση/καταπίεση από άνθρωπο προς άνθρωπο και την καταπίεση εκμετάλλευση των μη ανθρώπινων όντων (Sharma, 2025: 645).[13]

Πάντως κάποια άτομα του ελευθεριακού χώρου δηλώνουν ότι…

Το κομμάτι της μη βίας είναι για μένα μια τακτική επιλογή και όχι ιδεολογική. Πιστεύω ότι η βία είναι ένα εργαλείο που δεν μπορούμε να αφήσουμε μόνο στα χέρια του κράτους και πρέπει να μπορούμε να την μεταχειριζόμαστε όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς μας. Θεωρώ ότι η άσκηση βίας απέναντι στον δυνάστη σου είναι δίκαιη, διόλου κατακριτέα και έχει πολύ συχνά απελευθερωτικό χαρακτήρα. Σε κάθε δράση πρέπει να κρίνουμε αν θα την μεταχειριστούμε ή όχι. Στην συγκεκριμένη δράση, είχε ήδη καθοριστεί να μην υπάρξει βία (…) Ήταν μια τακτική επιλογή (Λεωνίδας)

Συναισθήματα και Πολιτική

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες όπως ανεργία/εργασιακή επισφάλεια, ανεπαρκείς μισθούς, κλπ, βιώνοντας έντονα συναισθήματα, όπως άγχος, φόβο, κατάθλιψη κ.λπ, μαζί με θυμό για τις πολιτικές και τους πολιτικούς, αλλά και άλλους που αν και δεν επηρεάζονται άμεσα από αυτές τις κρίσεις, αναπτύσσουν μια συνειδητοποίηση της περιβαλλοντικής καταστροφής. Αυτά τα συναισθήματα ωθούν στην υποστήριξη ή ένταξη σε κινήματα αντίστασης.

Ο Langman (2025, ακολουθώντας τον Habermas), υπενθυμίζει ότι τα «νέα κοινωνικά κινήματα» των νέων της δεκαετίας του 1960 –αντιπολεμικά, για τα πολιτικά δικαιώματα, φεμινιστικά, LGBTQ ή περιβαλλοντικά κινήματα–δεν βασίζονταν σε οικονομικά ζητήματα καθαυτά, αλλά καθοδηγούνταν από συναισθηματικές αντιδράσεις σχετικά με ζητήματα νοήματος, αξιών και ταυτοτήτων. Αυτά τα κινήματα επιδίωκαν να υλοποιήσουν νέες διαμορφώσεις ταυτότητας που εξυμνούσαν την ελευθερία, την ισότητα, την ανεκτικότητα, τη συμμετοχική δημοκρατία και τη δημιουργική αυτοπραγμάτωση και όχι να ανακατανείμουν την υλική παραγωγή.

Αναζητούσαν ένα νέο είδος κοινωνίας με πιο «επιθυμητά» είδη αυτογνωσίας και συλλογικών ταυτοτήτων, στην οποία η δημιουργική αυτοπραγμάτωση θα αντικαθιστούσε τον ανταγωνισμό για πλούτο και κύρος, η πλήρης ανθρώπινη ύπαρξη θα αντικαθιστούσε την κατοχή υλικών αγαθών και η φροντίδα, η μοιρασιά και η γενναιοδωρία θα αντικαθιστούσαν την απληστία και τον εγωισμό.

Σε αυτόν τον χώρο, οι ακτιβίστριες/ές του παρόντος άρθρου διατυπώνουν αφηγήσεις για τον εαυτό και διαπροσωπικούς τρόπους λειτουργίας και επικοινωνίας ως πρότυπα και στόχους για μια μελλοντική κοινωνία, που θα οικοδομηθεί από κάτω προς τα πάνω.

Οραματίζομαι έναν κόσμο όπου θα υπάρχει συμμετοχικότητα και αυτοδιαχείριση, όπου θα αποφασίζουμε όλοι/ες συλλογικά για τις ζωές μας, και δε θα αναθέτουμε σε μία εξουσία να το κάνει αυτό για εμάς. Στο πλαίσιο όπου η εξουσία αυτή υπάρχει, ο ακτιβισμός (κάθε τύπου), είναι ένας τρόπος με τον οποίο διεκδικούμε τη συμμετοχή μας στα κοινά (Περσεφόνη).

Αυτά τα κινήματα  δεν συνδέονται με πολιτικά κόμματα ή ΜΚΟ και η ηγεσία, αν υπήρχε, αναδυόταν αυθόρμητα και τείνοντας να είναι πιο δημοκρατική και οριζόντια (Langman, 2025: 209-210).

Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ο όρος eco-anxiety που περιγράφεται ως η θλίψη ή και η ψυχική δυσφορία που βιώνουν οι άνθρωποι ως συνέπεια της οικολογικής κρίσης. Έχει προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον και έχουν καταγραφεί κυρίως αρνητικά συναισθήματα, όπως ανησυχία, φόβο, τρόμο, θυμό, ενοχή, θλίψη, απελπισία. Συσχετίζεται με συμπτώματα κατάθλιψης, άγχος, αϋπνία, λειτουργική βλάβη σε θέματα διατροφής, συγκέντρωσης, εργασίας, ύπνου κλπ, έως και απροθυμία τεκνοποίησης, αλλά και με περιβαλλοντικό ακτιβισμό που βρέθηκε να «αποσβένει» τα προηγούμενα συμπτώματα (Tsevreni et al., 2025· Boluda-Verdu et al., 2022). Κάποια από τα παραπάνω συναισθήματα έχουν αναφερθεί πολλές φορές ως συνοδευτικοί παράγοντες της μη βίαιης πολιτικής ανυπακοής και του συνακόλουθου πολιτικού ακτιβισμού, ειδικά η ανησυχία και ο θυμός για την κλιματική κρίση (Ansah et al., 2025· Kleres, και Wettergren, 2021). Θυμός, υπερηφάνεια, χαρά και φόβος (κατά τη σύλληψη) ήταν τα κυρίαρχα συναισθήματα των συλληφθέντων. Ο θυμός ακολουθεί συνήθως ένα αίσθημα αδικίας ή προσβολής (Θεοδωρίδης, 2012: 73) και συνοδεύει τα άτομα που υπερασπίστηκαν τα δέντρα της Αριστοτέλους, αφού αισθάνονταν να αδικούνται τα δέντρα (Αμφιτρίτη), όσο και οι ίδιες/οι που θα στερούνταν ένα προσφιλές τους μέρος της πόλης, αλλά βίωναν και μια προσβολή της προσωπικότητάς τους (δες παρακάτω για τη σύμφυση σώματος και περιοχής). Αισθάνονται υπερηφάνεια με αριστοτελικό τρόπο-όχι αλαζονεία, έπαρση κλπ-, αφού «όντως θεώρησαν τον εαυτό τους άξιο μεγάλων πραγμάτων» (Θεοδωρίδης, 2012: 83). Η αίσθηση αυτή παραπέμπει και στην έννοια της ενδυνάμωσης, η οποία μπορεί να συμβαίνει σε ατομικό ή/και συλλογικό επίπεδο. Πρόκειται για μια διαδικασία με επίκεντρο την κοινότητα, η οποία περιλαμβάνει τον αμοιβαίο σεβασμό, τη φροντίδα και την ομαδική συμμετοχή, μέσω της οποίας οι άνθρωποι αποκτούν έλεγχο στη ζωή τους και μια κριτική κατανόηση του περιβάλλοντός τους. Ανάλογη ήταν η περίπτωση κινητοποίησης των κατοίκων μικρής κοινότητας για το κλείσιμο χωματερής στην Ικαρία (Φωτιάδης, 2023).  Η χαρά που μοιράζεται με συντρόφους/ισσες κατά τη διάρκεια της ακτιβιστικής δράσης είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό συναίσθημα που συναντιέται στη βιβλιογραφία, μαζί με την ελπίδα (Ginsburg και Blanchet-Cohen, 2025: 7, 8, 10), ενώ η υποστήριξη από τον κοινωνικό κύκλο τους (εκτός από μια η δύο εξαιρέσεις[14]) φαίνεται αφενός να διαμεσολαβεί και να βοηθάει την εκδήλωση της δράσης, αφετέρου να καθιστά τα συναισθήματά τους πιο διαχειρίσιμα (Nieminen et al., 2025: 11).

Η σύμφυση/σύντηξη σώματος και περιοχής (cuerpo-territorio)

Στη βιβλιογραφία εμφανίζεται ο όρος «territorio» για μια περιοχή κάτω από την κατοχή, τον έλεγχο ή την επιρροή ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός θεσμού ή ενός κράτους, που προστατεύεται και αναγνωρίζεται ως «δικό τους» από μια ομάδα ανθρώπων. Εδώ ο όρος αυτός υπονοεί μια σχέση με τα ανθρώπινα υποκείμενα που υπερβαίνει τις προφανείς προσλαμβανόμενες υλικές φόρμες και φυσικές του ιδιότητες, περιλαμβάνοντας πολιτιστικές, κοινωνικές, πολιτικές και συναισθηματικές πτυχές (Philipp, 2025). Η συγγένεια της εννοιολόγησης του όρου αυτού με τον οικοφεμινιστικό λόγο (discourse) και η σχέση των υποκειμένωνμε πολύ συγκεκριμένες οντότητες (πέρα από την επίκληση αφηρημένων αρχών) είναι φανερές, επενδυμένες με πολιτισμικές, κοινωνικές, πολιτικές παραστάσεις, καθώς και συναισθηματικού τύπου συνδέσεις (Γεωργόπουλος, 2002) με τα δέντρα της πλατείας Αριστοτέλους. Φαίνεται μια συγγένεια με την προσπάθεια του Naess να υπερβεί μια βασική διχοτομία της δυτικής φιλοσοφικής σκέψης και να συνδέσει υποκείμενο (πχ σώμα) και αντικείμενο (πχ δέντρα) σε μια ενιαία οντότητα που δεν περιγράφεται σωστά και με ακρίβεια όταν λέμε ότι «εδώ είναι (υπάρχει)  ο Arne Naess και εκεί υπάρχουν αυτά τα λουλούδια»  (Diehm, 2004: 11). Επανασχηματοποιείται θεμελιακά η κατανόηση της σχέσης μας με το φυσικό κόσμο.  Είναι ένα τοπόσημο με το οποίο ταυτίζονται κοινωνικά κάποια άτομα (πχ. είναι η «δεύτερη» γειτονιά μου, Λεωνίδας), συνδέονται με ισχυρές αναμνήσεις ούτως ώστε «δεν αντέχουν να το δουν μετά το κόψιμο των δέντρων» εκφράζοντας «solastalgia» που είναι συγγενής όρος με την eco-anxiety και δηλώνει τoν πόνο και το πένθος που βιώνει κάποια  λόγω της βαθιάς μεταμόρφωσης ή της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος (Tsevreni et al., 2025: 7). Εν τέλει, η πλατεία Αριστοτέλους αποτελεί γι’ αυτές/ούς (με νομικό λεξιλόγιο) αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της πόλης, ενώ η κοπή των δέντρων συνιστά προσβολή του συναισθηματικού κόσμου των συλληφθέντων,[15] άρα και της προσωπικότητάς τους (Χαρπίδου, 2023α: 3, 11). Η σχέση αυτή θυμίζει εκείνη των ιθαγενών λαών της Λατινικής Αμερικής με τη γη ("pachamama"- μητέρα φύση), οι οποίοι την αντιλαμβάνονται ως ιερή οντότητα και όχι ως πόρο προς εκμετάλλευση.  Οι εμπειρίες και οι παραδόσεις των λαών αυτών αξιοποιήθηκαν και, σε συνδυασμό με τις ιδέες του Paulo Freire δημιούργησαν ένα γόνιμο πεδίο για την ανάπτυξη της λαϊκής ΠΕ (Flores,2010). 

Μέσα από την απόφασή τους να αντιτεθούν σε μια δημοτική αρχή που δεν διαβουλεύεται, αλλά και εμπνεόμενες/οι από το όραμά τους που αφορά τη συλλογική διαχείριση του δημόσιου χώρου, έρχονται να συνδεθούν με μια μακρά παράδοση υπεράσπισης της περιοχής/territorio, που τελευταία έχει αρχίσει να αναδεικνύεται από συγγραφείς που επεξεργάζονται μια νέα φαντασιακή θεσμοθέτηση με οικοφεμινιστικές (Daskalaki  and Fotaki, 2024), αντιαποικιακές (Halvorsen, 2019) και αυτοχθονικές (indigenous) αποχρώσεις. Η νέα αυτή κατανόηση αναφέρεται στην προσπάθεια οικειοποίησης της «περιοχής» ως εργαλείο κινητοποίησης και πολιτικής πάλης ενάντια σε προσπάθειες κακοδιαχείρισής της. Η παρεμβολή των σωμάτων ανάμεσα στα γερανοφόρα του δήμου Θεσσαλονίκης και στα δέντρα θυμίζει τις ακτιβίστριες-φεμινίστριες που ονοματίζουν με τον όρο «cuerpo–territorio» τη σύντηξη σε μια οντότητα, σώματος και περιοχής/territorio (όταν αποδασώνεται ένα κομμάτι τροπικού δάσους, νιώθω σαν να αποκόβεται ένα δάχτυλό μου, Seed et al., 1998/2007), μάλιστα δε του γυναικείου σώματος στο οποίο έχει εγγραφεί η πατριαρχική και αποικιακή βία (Cabnal, 2010, αναφέρεται στο Philipp, 2025:113). Φαίνεται ότι τα παραπάνω διαμαρτυρόμενα σώματα, είχαν αναπτύξει αλληλεγγύη μεταξύ τους …

(…) ενώ εμφανίστηκε και η αστυνομία, ένιωθα και μια μικρή χαρά γιατί όλοι/ες όσοι/ες ήμασταν εκεί, δε σκεφτήκαμε να τα παρατήσουμε και να αφήσουμε το μηχάνημα να περάσει, κάτι το οποίο πέρα από το αποτέλεσμα που πίστευα ότι θα έχει, δηλαδή ότι θα αποτραπεί η κοπή, ήταν ευχάριστο για μένα που βρισκόμουν ανάμεσα σε εσάς που ενώ τους/τις περισσότερους/ες δε σας ήξερα, η στάση σας με έκανε να νιώσω μια αισιοδοξία εκείνη την ημέρα (Περσεφόνη)

… η οποία τους έκανε να νιώθουν μια ισχυρή αίσθηση δύναμης για ζωή, που βιωνόταν θεραπευτικά ίσως και τροφοδοτούσε το σώμα με ενέργεια και αδρεναλίνη, αθροίζοντας/συσσωματώνοντας (aggregating) τους ακτιβιστές ως ομάδα (Tilk et al., 2025: 7). Τα σώματα αυτά έφτασαν στη συλλογική δράση, αντιτιθέμενα σε μια αποστερημένη, γυμνή από δέντρα πλατεία Αριστοτέλους, επικαλούμενα τόσο την προστασία της δικής τους σωματικής υλικότητας (από την ατμοσφαιρική ρύπανση), όσο και τις συνέπειες πάνω στην αντίστοιχη υλικότητα της βιοποικιλότητας (δες κάτι παρόμοιο στο  Daskalaki  and Fotaki, 2024, για την εξόρυξη χρυσού της Χαλκιδικής). Αυτό ισοδυναμεί με μια σωματοποιημένη παραδειγματική πολιτική δράση-μια άτυπη εκδήλωση λαϊκής ΠΕ και ακτιβισμού- που εμπνέει ελπίδα, προσκαλώντας στην οικοδόμηση ενός νέου απελευθερωμένου κόσμου (δες πχ τη θεωρητική βάση της «Περσεφόνης»), όπου μάλιστα η ζωή είναι οργανωμένη έτσι που οι άνθρωποι δεν έχουν τον γνώριμο ηγεμονικό ρόλο τους επί του πλανήτη όλου.

                                       Δημοκρατία και Επιστήμη

Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, σε ποσοστό 90%, αξιολόγησαν κατά το 2020, το πράσινό της κάτω του μετρίου και σε ποσοστό 78% προέκριναν τη λύση του Μητροπολιτικού Πάρκου για το χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης αντί του προτεινόμενου από την κυβέρνηση «σχεδίου ανάπλασης» (Λατινόπουλος, 2021[16]). Παρόλα αυτά, η διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης έπραξε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Διαφωνώντας με την κοινή λογική και τις αιτιάσεις όλης της αντιπολίτευσης, αποφάσισε να ανανεώσει τη δενδροκάλυψη, όχι με την φύτευση των περίπου 4000 δέντρων που μπορούσαν να γίνουν στις ισάριθμες είτε άδειες, είτε με νεκρά δέντρα δενδροδόχους του δήμου,[17] αλλά με εκτεταμένες κοπές (περίπου 4000 δέντρων) παρά  την αντίθετη γνώμη επιστημονικών οργανώσεων και μεγάλης μερίδας πολιτών.[18]

Τέλος, κανένα από τα παραπάνω προβλήματα δεν συζητήθηκε στις εκπομπές του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού του δήμου Θεσσαλονίκης (Τρεμόπουλος, 2025)

Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ επιστημονικές ενώσεις όπως η Ελληνική Δασολογική Εταιρεία,[19] το τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος,[20] η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού,[21] το Περιφερειακό Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας,[22] αντιτέθηκαν στην κοπή των δέντρων, ενώ η Υπηρεσία  Νεότερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας διαμαρτυρήθηκε διότι δεν ζητήθηκε (και συνεπώς δεν χορήγησε ποτέ) την κατά τον νόμο απαιτούμενη έγκριση (ενώ θα έπρεπε).[23] Το όλο αντιδημοκρατικό σκηνικό συμπληρώνει η μη νόμιμη συγκρότηση της δημοτικής Επιτροπής Ποιότητας Ζωής που εισηγήθηκε στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου Θεσσαλονίκης, τις κοπές των επίμαχων δέντρων (Χαρπίδου, 2023β: 27). 

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί η σχέση πολιτικής δράσης και επιστήμης που φαίνεται να διέπει την συγκεκριμένη ακτιβιστική ενέργεια

(…) είχαμε επιστημονική τεκμηρίωση για τη μη κοπή τους (Άρης)

και που φαίνεται να έρχεται να υποστηρίξει τα πεπραγμένα των μη βίαιων ακτιβιστών προσθέτοντας κύρος στις ενέργειές τους αφού επικαλούντο διεθνείς έρευνες όπου πχ. μια ανάλυση μεταξύ 866 ευρωπαϊκών πόλεων συμπέρανε ότι το 87% του πληθυσμού της πόλης βρίσκεται κάτω από το υγιές όριο πρασίνου που έχει ορίσει ο ΠΟΥ. Έχει υπολογιστεί μάλιστα πως 719 πρόωροι θάνατοι ετησίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης σχετίζονται με τη ρύπανση από μικροσωματίδια, και άλλοι 245 από την έλλειψη πρασίνου (Κογεβίνας και Dyer, 2025). Αυτή η επιστημονική «κάλυψη» βοήθησε αν όχι προφυλάσσοντας, πάντως μειώνοντας το ειδικό βάρος υποτιμητικών αποστροφών στα social media που τους κατηγορούσαν ως

 …«επαγγελματίες οικολόγους» και «πληρωμένους αλληλέγγυους» (Ερμής).

Επίλογος. Η παρακμή της δημοκρατίας …

Όλες οι προηγούμενες εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένες μέσα σε ένα κλίμα παρακμής της δημοκρατίας και μια όλο και κυνικότερη πολιτική σύλληψη της ελευθερίας που ταυτίζεται όλο και περισσότερο με την οικονομική ελευθερία των μεγάλων εταιρειών. Αυτέςφτάνουν να επιβάλλουν τις θελήσεις τους σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης,  μέσα στο πλαίσιο ενός πολιτεύματος που-πια- χαρακτηρίζεται ως το λυκόφως της δημοκρατίας (Applebaum, 2020), μετα-δημοκρατία (Κράουτς, 2006) ή απλώς φιλελεύθερη ολιγαρχία (Καστοριάδης[24]). Έτσι οι πολιτικοί  θεσμοί λειτουργούν όλο και περισσότερο εν αγνοία των πολιτών, σύμφωνα με ιδιαίτερους, ίσως και αδιαφανείς σχεδιασμούς, χωρίς δημόσια συζήτηση ή ακόμη και σε  συμφωνία με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτή η επικράτηση των οικονομικών συμφερόντων,  μάλιστα αντίθετα με επιστημονικά συμπεράσματα προηγούμενων επίσημων μελετών από δημόσιους οργανισμούς, κάνει ευκρινέστερη την αντιεπιστημονική/ανορθολογική κυριαρχία τους επί των συμφερόντων της πλειοψηφίας των πολιτών, ιδιαίτερα μάλιστα της υγείας και της ευημερίας των ανθρώπων που ζουν στις περιοχές όπου επικρατεί η «ελευθερία» αυτή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα μόνο από Θεσσαλονίκη είναι η υπερυψωμένη περιφερειακή οδός (flyover, δες Νικολάου, 2024α,[25]  Nικολάου, 2024β),[26] η σχεδιαζόμενη εξέδρα μεταφόρτωσης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG, Liquefied Natural Gas),[27] ο «εξευγενισμός» (gentrification) κάποιων περιοχών του κέντρου που αφορά σε μια διαδικασία όπου ο χαρακτήρας μιας φτωχικής αστικής συνοικίας αναβαθμίζεται, πιο εύπορα στρώματα έρχονται να εγκατασταθούν σε ακριβότερα σπίτια και να λειτουργήσουν νέες επιχειρήσεις, εκτοπίζοντας τους προηγούμενους κατοίκους των χαμηλών εισοδημάτων (Harvey, 1973· Finio, 2022· Lees et al., 2008).[28] Ένα ακόμη παράδειγμα είναι η κακοποίηση (απόσπαση και «επανατοποθέτηση») της υπόγειας βυζαντινής γειτονιάς του σταθμού Βενιζέλου-με ιστορία 15 αιώνων, η μοναδική στο είδος της στην ανατολική Μεσόγειο-, που αναγγέλθηκε χωρίς προηγούμενη μελέτη (ενώ αντίθετα υπήρχε μελέτη για την κατά χώρα παραμονή των ευρημάτων) και πραγματοποιήθηκε πιθανώς παράνομα, παρά τις εκκλήσεις εγχώριων και διεθνών επιστημονικών φορέων,[29] στερώντας οριστικά και αμετάκλητα την αυθεντικότητα του μνημείου. Ένα τελευταίο παράδειγμα είναι οι παιδικές χαρές της Θεσσαλονίκης που έχοντας σχεδιαστεί με βάση την ασφάλεια, υλοποιήθηκαν με επικίνδυνα για την υγεία υλικά, που είναι ειδικά το καλοκαίρι πολύ θερμότερα από τον αέρα γύρω τους, ενώ τα παιδιά θα προτιμούσαν «φυσικούς» παιδότοπους (Katsavounidou, 2021 και 2025).

Όλα τα προηγούμενα δεδομένα σε συνδυασμό με την eco-anxiety για την κλιματική κρίση, συντελούν πιθανώς στην εμφάνιση στην Ελλάδα πιο «πολιτικών» συναισθημάτων όπως αυτό της ανημπόριας (helplessness) και της οργής  (rage) (Tsevreni et al., 2025: 10). Ίσως εδώ εξηγείται η σχετική «αδιαφορία» της πλειοψηφίας του κόσμου, η συμμετοχή του οποίου θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά:[30] η υπερβολική (και όχι λειψή) έγνοια για το περιβάλλον κάνουν τα άτομα να καταφεύγουν ως λύση ανάγκης στις ψυχολογικές και κοινωνικές άμυνες, στην άρνηση και τη σιωπή. Αυτό ονομάζεται οικο-παράλυση και συντηρεί το «μύθο της απάθειας των ανθρώπων» μπροστά σε μεγάλα προβλήματα (Pihkala, 2018).  

… και η εκ του λόγου αυτού αύξουσα δυσφορία

Όλα αυτά σε ένα παρεμφερές παγκόσμιο φόντο, όπου η «εκλογική κωμωδία», οι «αμαρτωλοί» συνειρμοί που συνοδεύουν τις σχέσεις εκλεγμένων κυβερνήσεων και μεγάλων εταιρειών, οι τερατώδεις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, η ατιμωρησία των ελίτ και οι υποψίες για «αλληλεξάρτηση» εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, προκαλούν θυμηδία μόνο με την απλή αναφορά στο απολύτως αντεστραμμένο πια «δημοκρατικό» αντιπροσωπευτικό σύστημα (Ranciere, 2009: 105). Τα καταπιεσμένα συναισθήματα οργής, ανημπόριας, αγωνίας για το αύριο, ανασφάλειας, απελπισίας από τα οποία εμφορούνται μεγάλες κοινωνικές ομάδες, δημιουργούν μια δυσφορία στο πλαίσιο των «δημοκρατιών», μια βαθιά έλλειψη ικανοποίησης (Pew Institute, 2025[31] Foa et al., 2020) που μπορεί να προκαλεί διαφορετικά αποτελέσματα στις διαφορετικές κοινωνικές  ομάδες: παθητικοποίηση και αποξένωση, ευτυχισμό (ότι φάμε, ότι πιούμε …), εμμονικό κυνήγι της απόλαυσης συνήθως μέσα από το κανάλι της κατανάλωσης, συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων της βιομηχανικής ανάπτυξης, μίσος για τους «ξένους», μετανάστες και πρόσφυγες. Προκαλεί τέλος, μια  εκτροχιασμένη θέληση για αλλαγή του πολιτικού σκηνικού προς ακροδεξιές έως και φασίζουσες, αφελείς, απλοϊκές διηγήσεις νοσταλγίας κάποιου ομιχλώδους ηρωικού παρελθόντος, με έντονη επίκληση στα συναισθήματα (ελπίδα, φόβο, ανασφάλεια, Cartes-Barroso et al., 2025), συνωμοσιολογίες, αποδιοπομπαίους τράγους  (Θεοδωρίδης, 2024: 178). Είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει την αυταρχική ψυχοδομή[32] (Fromm, 1941) που σχετίζεται με ένα «μηχανισμό εκτόνωσης», ο οποίος ανακουφίζει το φόβο και την ανησυχία από την οικονομική κρίση, ακολουθώντας αντιδραστικές ιδεολογίες και ηγέτες που κατευθύνουν το θυμό μεγάλων κοινωνικών ομάδων προς τους Εβραίους και τους κομμουνιστές (άλλοτε), ενώ σήμερα προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Όλοι αυτοί οι μη λευκοί θεωρούνται υπαίτιοι για την οικονομική κρίση, ενώ ταυτόχρονα οι «λευκοί» φαίνεται να υποστηρίζουν αυταρχικούς ηγέτες, όχι μόνο από οικονομική δυσφορία, αλλά και από μια βαθιά υπαρξιακή απειλή για την λευκή ταυτότητα και το κοινωνικό status (Reiter, 2025: 4).

 

Συμπεράσματα

Η παραδειγματική δράση της ομάδας των ακτιβιστών που λειτούργησε στο πλαίσιο της άτυπης λαϊκής ΠΕ, κατάφερε να συνδέσει τα παραπάνω θέματα, δίνοντας μέσα από τη μη βίαιη άμεση δράση πολιτικής ανυπακοής μια ελπιδοφόρα προοπτική, ώστε να οραματιστούμε ένα μέλλον βασισμένο σε ένα διαφορετικό ανθρωπολογικό τύπο περισσότερο προσανατολισμένο στη φροντίδα, στη συλλογικότητα και το μοίρασμα, παρά στην απόκτηση υλικών αγαθών. Κατάφεραν να οικοδομήσουν νόημα που πήγασε από τις σχέσεις που συνέπηξαν, από τα συναισθήματα που βίωσαν και επεξεργάστηκαν και από τη δράση που ανέλαβαν (Ginsburg και Blanchet-Cohen, 2025).

Η παιδαγωγική αξία της παρέμβασης αυτής δεν είναι καθόλου αμελητέα. Η παραδειγματική δράση τους συζητήθηκε ευρύτατα, ευαισθητοποίησε την κοινή γνώμη, προβλημάτισε, «ξεκούνησε» συνειδήσεις και πιθανώς ήταν ένας από τους παράγοντες που συνετέλεσαν στην αλλαγή της διοίκησης του δήμου Θεσσαλονίκης κατά τις εκλογές του 2023.

Οι ίδιες/οι θεώρησαν ότι πέτυχαν τον κύριο στόχο τους, ανοίγοντας την σχετική οικολογική προβληματική στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης (και όχι μόνο), έχοντας βιώσει θυμό που τις/τους έσπρωξε να δράσουν ανυπάκουα, υπερηφάνεια για την πράξη τους, χαρά για την συλλογική δράση, αλλά και φόβο όταν συγκρούστηκαν με μια υπέρτερη δύναμη. Το κομβικό θεωρητικό τους σκεπτικό ήταν η πολιτική ανυπακοή και ακτιβισμός ως μια προσπάθεια συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων της πολιτικής εξουσίας, καθώς και (ειδικότερα) η γκαντιανή μη βία για τα άτομα γύρω από την Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης. Είναι μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ για την ενεργοποίηση των πολιτών με σκοπό τη σωτηρία ανθρώπων Φύσης, δημοκρατίας και πλανήτη που σήμερα κινδυνεύουν. Θα τα καταφέρουμε;      

Bιβλιογραφία

Ελληνική

Applebaum, A. (2020). Το λυκόφως της δημοκρατίας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Γεωργόπουλος, Α. (2002). Περιβαλλοντική ηθική. Αθήνα: Gutenberg

Γεωργόπουλος, Α. (2010). Για τη βία και τη μη βία, στο Θ. Τριαρίδης (επιμ.) Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική. Αθήνα: Διάπυρον.

Γκανάτσας, Π., Τσιτσώνη, Θ., Ζάγκας, Θ., Τσακαλδήμη, Μ. (2002). Αξιολόγηση του αστικού πρασίνου στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης. Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Έρευνα, προστασία και διαχείριση χερσαίων οικοσυστημάτων, περαστικών δασών και αστικού πρασίνου: 26-29 Μαΐου, Τρίπολη.

Θεοδωρίδης, Π. (2012). Δειγματολόγιο συναισθημάτων, στο Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης. Πάθη, εαυτός, έθνος. Θεσσαλονίκη: Ένεκεν.  

Θεοδωρίδης, Π. (2024). Δυσφορία στη δημοκρατία, στο Δίκαιο και Πολιτική, τιμητικός τόμος για τον Πέτρο Στάγκο, 169-184. Αθήνα: Ευρασία

Κογεβίνας Μ, Dyer G.  (2025). Ανασαίνοντας Δύσκολα στη Θεσσαλονίκη: Γιατί Χρειαζόμαστε Περισσότερο Πράσινο και Καθαρό Αέρα. Policy Brief 2025.2. Θεσσαλονίκη: ΚΕΠΥ – Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. https://healthpolicycenter.gr/el/publications/anasainontas-dyskola-sti-thessaloniki-giati-xreiazomaste-perissotero-prasino-kai-katharo-aera (Οκτώβριος 2025)

Κράουτς, Κ. (2006). Μεταδημοκρατία. Αθήνα: Εκκρεμές.

Miller Tyler, G., Spoolman, S.E. and Andrews-Brown, D.M. (2025). Περιβαλλοντική Επιστήμη. 17η έκδοση. Επιστ. επιμέλεια ελληνικής έκδοσης: Δημητρακόπουλος, Π. και Γαβριλάκης, Κ. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Τζιόλα.

Μπαδικιάν, Στ. και παιδαγωγική ομάδα «Σκασιαρχείο». (2017). Συνεργατικά σχολεία με την παιδαγωγική Freinet. Διαδικασίες εφαρμογής. Αθήνα: Υπουργείο παιδείας, έρευνας και θρησκευμάτων και Ινστιτούτο τεχνολογίας, υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος».

Ranciere, J. (2009). Το μίσος για τη δημοκρατία: πολιτική, δημοκρατία, χειραφέτηση. Πεδίο: Αθήνα.

Ράιχ, Β. (1933/1974). Η μαζική ψυχολογία του φασισμού. Αθήνα: Μπουκουμάνης.

Renou, X. (2012). Μικρό εγχειρίδιο για την πολιτική ανυπακοή. Θεσσαλονίκη: Αντιγόνη

Σπρίνγκ, Τζ. (1987). Το αλφαβητάρι της ελευθεριακής εκπαίδευσης.   Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.

Τρεμόπουλος, Μ. (2025). Προσωπική επικοινωνία.

Φλογαΐτη, Ε., Λιαράκου, Γ., Γαβριλάκης, Κ. (2013). Περιβαλλοντική εκπαίδευση ενηλίκων στο πλαίσιο της κοινότητας. Εκπαίδευση Ενηλίκων, 28, 14–21.

Φωτιάδης, Μ. (2023). Τοπικές κοινότητες, περιβαλλοντικά κινήματα και εκπαίδευση για την αειφόρο ανάπτυξη: Μελέτη περίπτωσης μικρής κοινότητας. Διδακτορική Διατριβή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διαθέσιμο από: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.

Χαρπίδου, Ο. (πληρεξούσια δικηγόρος, 2023α). Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ΚΑΤΑ του δήμου Θεσσαλονίκης, με αίτημα την παύση των εργασιών υλοτομίας, Γενικός αριθμός κατάθεσης 5423/2023, Ειδικός αριθμός κατάθεσης 4631/2023.

Χαρπίδου, Ο. (πληρεξούσια δικηγόρος, 2023β).  Αίτηση ακυρώσεως των αποφάσεων για τις κοπές δέντρων, ΚΑΤΑ του δήμου Θεσσαλονίκης, Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, αριθμός καταχώρησης ΑΚ 163/2-5-2023/ΕΑΥ: 2023017300

Αγγλική

Adorno, Τ., W., Frenkel-Brunswic, D. J., Levinson, R., Nevitt Sanford, The Authoritarian Personality, Science Editions, John Wiley and Sons, New York, 1964.

Ansah, P. O., Badullovich, N., Myers, T., Kotcher, J., Rosenthal, S. A., Leiserowitz, A., Maibach, E. (2025). Predictors of willingness to support and engage in nonviolent civil disobedience to defend the climate. Climate Action, 4(1), 53. https://doi.org/10.1038/s44168-025-00258-x

Braun, V., Clarke, V. (2006). Using thematic analysis in psychology. Qualitative Research in Psychology, 3(2), 77-101. https://doi.org/10.1191/1478088706qp063oa.

Cartes-Barroso, M., García-Estévez, N., & Méndez-Muros, S. (2025). Attracting the vote on TikTok: Far-right parties’ emotional communication strategies in the 2024 European elections. Journalism and Media, 6(1), 33. https://doi.org/10.3390/journalmedia6010033   

Clover, D. (1998): Environmental Adult Education in Canada: Growing Jobs for Living. Australian Journal of Environmental Education, 14, 114-116.

Clover, D. (2002). Traversing the Gap: Concientización, educative activism in environmental adult education, Environmental Education Research, 8(3), 315-323. http://dx.doi.org/10.1080/13504620220145465

Diehm, C. (2004). Here I stand: An interview with Arne Naess. Environmental

Philosophy, 1, 6-19. https://doi.org/10.5840/envirophil2004122

Daskalaki, M., Fotaki, Μ. (2024). “Resisting Extractivism as a Feminist Critical Socio-Spatial Practice.” Gender, Work & Organization, 31(3): 983–1011. https://doi.org/10.1111/gwao.13042.

Fien, J. (1993). Education for the environment: Critical curriculum theorising and environmental education. Southern African Journal of Environmental Education, 13, 7–20.

Finio, N. (2022). Measurement and Definition of Gentrification in Urban Studies and PlanningJournal of Planning Literature, 37 (2): 249–264.

Foley, G. (1998). Clearing the theoretical ground: Elements in a theory of popular education. International review of education, 44(2), 139-153.

Freire, P. (1993). Pedagogy of the Oppressed. New York: Continuum.

Ginsburg, J. L., Blanchet-Cohen, N. (2025). “Even the small work that I do, it has impact, it has meaning”: Collective meaning-making in youth climate groups. Social Sciences, 14(9), 510. https://doi.org/10.3390/socsci14090510

Ferrer, F. G. (2021). To μοντέρνο σχολείο. Αθήνα: Στάσει Εκπίπτοντες.

Ferri, St., Siragusa, A., Pafi, M., Halkia, M. (2016). How green are European Cities? Exploring the Green European Settlement Map 2016. A systematic comparison between the Green ESM vs. the UA urban green areas in 300 European cities; EUR 28110 EN; doi:10.2788/52902.

Flores, R. C. (2010). Educación popular ambiental. Trayectorias, 12(30), 24-39.

Flowers, R., Guevara, R., Whelan, J. (2009). Popular and informal environmental education: the need for more research in an" emerging" field of practice. Report-Zeitschrift für Weiterbildungsforschung, 32(2), 35-50. https://www.die-bonn.de/doks/report/2009-umweltbildung-01.pdf

Gough, A. (1997). Education and the Environment. Policy, Trends and the Problems of Marginalisation. Australian Journal of Teacher Education, 23(1). https://doi.org/10.14221/ajte.1998v23n1.7

Halvorsen, S. (2019). Decolonising territory: Dialogues with latin american knowledges and grassroots strategies. Progress in Human Geography, 43(5), 790-814. https://doi.org/10.1177/0309132518777623

Han, Y., Lee, J., Haiping, G., Kim, KH., Wanxi, P., Bhardwaj, N., Oh, JM., Brown, R., J., C. (2022). Plant-based remediation of air pollution: A review. Journal of Environmental Management, (301) 113860. Medline:34626947 10.1016/j.jenvman.2021.113860

Harvey, D. (2010). Social justice and the city (Vol. 1). University of Georgia Press. 

Jensen, B. B., Schnack, K. (1997). The action competence approach in environmental education. Environmental Education Research, 3(2), 163–178. https://doi.org/10.1080/1350462970030205

Kane, L. (2010). Community development: Learning from popular education in Latin America. Community Development Journal45(3), 276-286.

Katsavounidou, G. (2021). “Urban playgrounds as potential green infrastructure: The case of Thessaloniki” IOP Conf. Series: Earth and Environmental Science 899 (2021) 012016.  https://iopscience.iop.org/article/10.1088/1755-1315/899/1/012016/pdf

Katsavounidou G. (2025). "The need for heat-resilient, natural play spaces: Thermal mapping of playgrounds in a compact Mediterranean city" Proceedings of the 6th International Conference on Environmental Design and Health, ICED2025.

Kleres, J., Wettergren, Å. (2021). Fear, hope, anger, and guilt in climate activism. Social Movement Studies, 16, 507–519.

Langman, L. (2025). The generational basis of anti-systemic resistance mobilizations against extinction. Journal of World - Systems Research, 31(1), 196-226. https://doi.org/10.5195/JWSR.2025.1332 

Lees, L., Slater, T., & Wyly, E. (2008). Gentrification. Routledge.

Mayo, M. (2020). Community-based learning and social movements. Popular Education in a Populist Age. Bristol: Policy Press

Naess, A. (1973). The shallow and the deep, long-range ecology movement: A summary. Inquiry, 16, 95-100.

Nieminen, V., Palmo, S., Hyvönen, K., Jane-Veera Paakkolanvaara, Raatikainen, K. J., Muotka, J. (2025). Social support as coping mechanism mediates the relationship between eco-anxiety and pro-environmental behavior. PLoS One, 20(7), 17. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0326931

Papageorgiou, M., Gemenetzi, G. (2018). Setting the grounds for the Green Infrastructure in the metropolitan areas of Athens and Thessaloniki: the role of green space. European Journal of Environmental Sciences, 8(1), 83-92. 14712/23361964.2018.12

Peralta, J., Ruiz, J. (2004). Educação popular ambiental. Para uma pedagogia da apropriação do ambiente. Στο: Leff, E. (Επιμ.). A complexidade Ambiental,  241-280. São Paulo: Cortez

Pérez Hernández, M. A. (2021). Popular environmental education, methodological conception in favor of a sustainable pedagogy.  MENDIVE, 19(2), 506-523.

Philipp, R., F. (2025). The emotional politics of territorio: Women's resistance at the isthmus of Tehuantepec, Oaxaca, Mexico. Geographica Helvetica, 80(2), 109-122. org/10.5194/gh-80-109-2025

Pihkala, P. (2018). Eco-Anxiety Tragedy, and Hope: Psychological and Spiritual Dimensions of Climate Change. Zygon Journal of Religious Science, 53, 545–569.

Reiter, B. (2025). Aggrieved white men and the danger they pose to democracy and peace. Social Sciences, 14(2), 93. https://doi.org/10.3390/socsci14020093 

Reyes, E. I. M., Cedillo, J. G. G., Nemiga, X. A., & Plata, M. Á. B. (2016). Educación ambiental popular para el manejo sustentable de recursos naturales en una localidad rural Del subtrópico mexicano. Sociedade & Natureza, 28, 39-54. DOI: http://dx.doi.org/10.1590/1982-451320160103

Sauvé, L. (2015). The political dimension of environmental education—Edge and

Vertigo, στο F. Kagawa, D. Selby (Eds.), Sustainability frontiers: Essays from the

edges of sustainability education (σελ. 99–112). Farmington Hills, MI: Barbara

Budrich Publishers.

Sauvé, L. (2017). Education as life, στο B. Jickling, S. Sterling (eds.), Post-Sustainability and Environmental Education (111-124).  Palgrave Studies in Education and the Environment. DOI 10.1007/978-3-319-51322-5-8   

Seed, J., Macy, J., Fleming, P., Naess, A. (1998/2007). Thinking like a mountain: towards a Council of All Beings, New Society Publishers.  

Sharma, B. (2025). Deep ecology as philosophical method: Naess’s integration of theory and environmental practice. Lex Localis-Journal of local self-government, 23(11), 643

Singh, M. (2001). Networking action research: Theorising experiential learning for a sustainable environment. Journal of Australian Environmental Education, 17. Ανακτήθηκε από: https://www.cambridge.org/core/journals/australian-journal-of-environmental-education/article/networking-action-research-theorising-experiential-learning-for-a-sustainable-environment/DAB2FF42AD00060EE046CC46412BB401

Slattery, D. (2000). Adult Environmental Education and Ecology.  Australian Journal of Environmental Education, 15–16, 85–93.

Souza, T. (2018). A educação ambiental popular: contribuições em práticas sociais. Motricidades: Rev. SPQMH, 2(1), 60-70.

Suárez, Y. P., Hernández, L. V., & Suárez, Y. P. (2022). Environmental Popular Education, a training program for social actors. Revista MENDIVE (Online)20(3), 988-1002.

Thoreau, H.D. (1991). On the duty of civil disobedience, στο R.L.Holmes (ed.) Non-violence in theory and practice. Belmont California: Wadsworth

Tilk, M., Jacobs, A., & Hannes, K. (2025). The body as a tool for demanding climate action and justice. Social Inclusion, 13 https://doi.org/10.17645/si.9042

Tosse, S. (2010). Popular adult education, στο P. Peterson, E. Baker, B. McGaw (eds), International encyclopedia of education: volume 1, Elsevier, https://hdl.voced.edu.au/10707/50351

Tsakaldimi, M. (2024). Urban and peri-urban forests & parks. How green is Thessaloniki?. Thessaloniki Social Atlas. https://thessalonikisocialatlas.arch.auth.gr/en/items/astika-periastika-dasi/. https://doi.org/10.26262/xbyx-6d67

Tsevreni, I., T., Kali, A. M., & Bonoti, F. (2025). Ecological emotions and environmental education: Voices of youth in a Mediterranean region. Societies, 15(8), 225. https://doi.org/10.3390/soc15080225

WHO Regional Office for Europe. (2016). Urban green spaces and health. Copenhagen

Zelko, F. (2004). Making Greenpeace: The development of direct-action environmentalism in British Columbia. BC Studies, (142), 197-239. Retrieved from https://www.proquest.com/scholarly-journals/making-greenpeace-development-direct-action/docview/196886992/se-2


[1] Αναφορές για 7.23 m²/κάτοικο για το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης (Papageorgiou και Gemenetzi, 2018: 87) φαίνεται να προκύπτουν από συνυπολογισμό του δάσους του Σειχ Σου. 

[2] Άλλη αναφορά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Ferri et al., 2016: 31) αναφέρει μια παρεμφερή τιμή, 3.05 τ.μ. ανά κάτοικο, που διαφέρει τόσο από το 2.7 του δήμου Θεσσαλονίκης (Csakaldimi, 2024: 3), όσο και από το 7.23 για το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης (Papageorgiou και Gemenetzi, 2018: 87). Τέλος ο ΟΗΕ  στο site με τίτλο Urban Indicators Database, αναφέρει για τη Θεσσαλονίκη ένα εκπληκτικό 24.71 (!). Προφανώς πρόκειται για διαφορετικές μεθοδολογίες μέτρησης των πράσινων χώρων  https://data.unhabitat.org/pages/open-spaces-and-green-areas (Μάρτιος 2026).  

[3] Ο προηγούμενος αριθμός συμπεριλαμβάνει πλατείες και παιδικές χαρές που δεν έχουν αναγκαστικά βλάστηση.

[7] Στην επίσημη απάντηση της δημοτικής αρχής αναφέρονται τα παρακάτω:  (…) Τα δέντρα αποτελούν έμβια όντα που απαιτούν συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης. Οι μεγαλουπόλεις όμως αποτελούν ένα εχθρικό περιβάλλον για την ανάπτυξη βλάστησης. Ένα δέντρο στην τυπική μορφή του είναι ευθυτενές, κατακόρυφο, κυλινδρικό τουλάχιστον σε τμήματα του κορμού και με κυκλική διατομή.  Εξαιτίας όμως του αφιλόξενου αστικού περιβάλλοντος, πολλά από τα δέντρα που φύονται στην πόλη, ιδίως στα πεζοδρόμια, λόγω των ιδιαίτερων σκληρών συνθηκών που επικρατούν (π.χ. πεζοδρόμια μικρού πλάτους, περιορισμένος αυξητικός χώρος, συμπιεσμένα εδάφη με κακό αερισμό και μειωμένο πορώδες, διέλευση εναέριων και υπόγειων δικτύων που εμποδίζουν την ανάπτυξη της κόμης και του ριζικού συστήματος, ανθρωπογενείς δραστηριότητες, βανδαλισμοί κλπ.), εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις από την τυπική κανονική μορφή τους (π.χ. έντονη κλίση, κάμψη και στρεβλότητα του κορμού, διχαλώσεις), καθώς και δομικά σφάλματα όπως μεγάλες σπηλαιώσεις, εκτεταμένη σήψη και σαθρότητα στον κορμό και τη βάση, επιφανειακό και «επιπόλαιο» ριζικό σύστημα, ραγάδες, καύση κορμού, όγκους, αλλά και εμφανείς μυκητολογικές («μανιτάρια» και μαύρο μεταχρωματισμό του φλοιού) προσβολές αλλά και εντομολογικές. Τα συγκεκριμένα ευρήματα επηρεάζουν τη στατικότητα και τη μηχανική αντοχή των δέντρων, καθιστώντας τα άκρως επικίνδυνα (…). Δες όλη την απάντηση εδώ: https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/o-dimos-thessalonikis-apanta-stoys-polites-gia-to-kladema-kai-tin-kopi-ton-dentron (Μάρτιος 2026)

[12] Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο δεν αποκάλυψε ποτέ από τότε (Μάρτιος 2023) η διοίκηση του δήμου, το άτομο που κάλεσε την αστυνομία. Δεν είναι αυτό ένα γεγονός που δείχνει στην καλύτερη περίπτωση ντροπή και στη χειρότερη φόβο για πολιτικό κόστος, επειδή βέβαια γνωρίζουν ότι αυτό που έκαναν βαδίζει ενάντια στην κοινή λογική και θα έχαναν ψήφους στις επικείμενες εκλογές;

[13] Δες σχετικά στο Γεωργόπουλος (2002), το κεφάλαιο για τη Βαθιά Οικολογία

[14] (…) με χώρισε από το τηλέφωνο δυο μέρες μετά την σύλληψη μου και μια πριν τα γενέθλια μου (!) (Ερμής)

[15] «Όπως όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουμε, το πάρκο είναι ένας ζωντανός τόπος συνάντησης και αναψυχής, αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της πόλης και αποτελεί για όλους τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα με την περιοχή που κατοικούμε νησίδα πρασίνου και τόπο περιπάτου. Επομένως για μας τα δένδρα αυτά αποτελούν ένα ζωντανό μνημείο της φύσης και μέρος του συναισθηματικού μας κόσμου» (Χαρπίδου, 2024α).

[17] https://thessaloniki.greentree.gr/nekra (Σεπτέμβριος 2025)

[18] Η επιθυμία τους αυτή επαληθεύεται από τις 23000+ υπογραφές που είχαν συλλεγεί (Φεβρουάριος 2026) για να κατατεθούν στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου Θεσσαλονίκης, ώστε να προκηρυχθεί δημοψήφισμα για το μέλλον της ΔΕΘ: να γίνει μητροπολιτικό πάρκο υψηλού πρασίνου ή να χτιστεί σύμφωνα με φαραωνικά σχέδια  (ΦΕΚ 406, τ. Δ, 9-7-2021). Χρειάζονταν σύμφωνα με το νόμο 23000 υπογραφές δημοτών (το ένα δέκατο των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους του δήμου) για να ξεκινήσει η διαδικασία δημοψηφίσματος. Ατυχώς η διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης δεν αναγνώρισε τις ηλεκτρονικές υπογραφές (Μάρτιος 2026) και κατά συνέπεια δεν προχώρησε προς τη διενέργεια δημοψηφίσματος, που θα ήταν το πρώτο στον ελληνικό χώρο. (Δες τα πρακτικά της συνεδρίασης της 1ης Απριλίου 2026).

[19] https://www.makthes.gr/elliniki-dasologiki-etaireia-ta-dentra-tis-thessalonikis-akrotiriazontai-xana-621604 (Οκτώβριος 2024).

Τα δένδρα είναι μακρόβιοι οργανισμοί, με την προϋπόθεση ότι θα έχουν από μέρους μας την απαραίτητη φροντίδα. Όταν ένα δένδρο παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα, αυτό δεν πρέπει  απαραίτητα να υλοτομηθεί. Θα πρέπει να εξαντλούνται όλα τα μέσα για τη διάσωσή του και όταν αυτά αποτύχουν, μόνο τότε επιτρέπεται η υλοτομία και η άμεση αντικατάστασή του.

- Άμεση υλοτομία και αντικατάσταση ενός δένδρου επιβάλλεται μόνο όταν αυτό κρίνεται  επικίνδυνο  για τον άνθρωπο και για τα σημαντικά περιουσιακά του στοιχεία».

[20] https://www.ertnews.gr/roi-idiseon/thessaloniki-antitheto-stin-kopi-ton-dentron-to-tmima-dasologias-kai-fysikou-perivallontos-tou-apth/ (Οκτώβριος 2024)

(…) «[είναι] άνευ προηγουμένου, η διενεργούμενη εκτεταμένη κοπή των δένδρων που έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με μελέτη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (2020) για την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, λόγω των υψηλών συγκεντρώσεων αιωρούμενων σωματιδίων στη Θεσσαλονίκη, σε συνδυασμό με την σπουδή εφαρμογής του, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη σκοπιμότητα του έργου αυτού σε μια περίοδο που η συγκέντρωση ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ιδιαίτερα αυξημένη».  https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/tmima-dasologias-apth-aney-proigoymenoy-i-ektetameni-kopi-ton-dendron

[26] https://www.youtube.com/watch?v=HGIEXu6ppFc, δες ιδιαίτερα 4:50-5:10, 7:00-7:10 (Σεπτέμβριος 2025)

[28] Δες και τοποθέτηση του Μιχάλη Τρεμόπουλου στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου Θεσσαλονίκης, συγκεκριμένα για τον «εξευγενισμό» της αγοράς Βλάλη (4-4-2023)

[29] Η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) (…) ανήκει στους επιστημονικούς εκείνους φορείς, εθνικής και παγκόσμιας εμβέλειας, όπως το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS), η EUROPA NOSTRA και η Διεθνής Ένωση Βυζαντινών Σπουδών, μαζί με επιστήμονες διεθνούς κύρους από την Ελλάδα και το εξωτερικό που ξεπερνούν τους 500, οι οποίοι εναντιώθηκαν στην επιλογή της κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων, τη στιγμή που ήταν εφικτή η κατασκευή με την κατά χώρα διατήρησή τους. Όπως οι ειδικοί αυτοί έχουν επανειλημμένα τονίσει, η κεντρική λεωφόρος, Decumanus Maximus, με τον Cardo, στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, στοές, πλατείες και ποικίλα κτίσματα, κυρίως εργαστήρια και εμπορικά καταστήματα, αποτελούν μοναδικές αρχαιότητες της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής εποχής που δεν έχουν βρεθεί ούτε στην Κωνσταντινούπολη ούτε στη Ρώμη! ΔΤ: Αρχαιότητες στον Σταθμό Βενιζέλου. Άξιζε η θυσία; - Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (Οκτώβριος 2025)

Δες επίσης διαμαρτυρίες για «υποτίμηση του ρόλου των επιστημόνων στον δημόσιο διάλογο» (Χανιώτης, 2024), για «το ακίνητο αρχαιολογικό τοπίο [που] μετατρέπεται σε κινητό, [με] τα αποκολλημένα μέλη [του] που επανασυγκολλήθηκαν [να] προορίζονται μόνο για εντυπωσιοθηρία» (Παϊσίδου, 2024), μελαγχολικές διερωτήσεις για το «Πού είναι η απέραντη ζωντανή ενότητα του «σήμερα» με το μπόλικο (και πολύ ωραίο) «χθες» που έχει η πόλη μας;» (Σοφιαλίδης, 2024) και με πικρά συμπεράσματα από τον πρώην (μέχρι το 2019) πρόεδρο του «Αττικού Μετρό ΑΕ» και πρώην πρύτανη του ΑΠΘ για «διασπάθιση δημόσιου χρήματος που ακολούθησε, με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ να μοιράζονται στους εργολάβους ως αποζημιώσεις για τις καθυστερήσεις που το ίδιο το Δημόσιο προκάλεσε, [και που ] θα είχε ασφαλώς αποφευχθεί αν δεν ακυρωνόταν το 2019 ο μέχρι τότε σχεδιασμός του έργου» (Μυλόπουλος, 2024). Από την «τρύπα του Κούβελα» στις ράγες των 9,6 χλμ. και των 3 δισεκατομμυρίων | ΕΦΣΥΝ (Οκτώβριος 2025)

[30] Αξιωματούχος του αστυνομικού τμήματος του Λευκού Πύργου είπε στα συλληφθέντα άτομα: αν ήσασταν 100 άτομα δεν θα μπορούσαμε να σας συλλάβουμε! (δική μου προσωπική επικοινωνία)

[32] Είναι τα υπόγεια εκείνα συναισθηματικά και διανοητικά ρεύματα (Adorno et al.,  1964) που παράγουν αυταρχικές χαρακτηροδομές ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να ενστερνιστούν την αντιδημοκρατική προπαγάνδα μέσα σε άτομα που δυνητικά θα ήταν φασίστες. Οι ίδιοι συγγραφείς αναρωτιούνται για το πώς έγινε ώστε μέσα σε μια κουλτούρα νόμου, τάξης και ορθολογισμού να έχουν επιβιώσει ανορθολογικά απομεινάρια αρχαίου φυλετικού και θρησκευτικού μίσους και αν τυχόν υπάρχουν «καρκινικοί» (φασιστικοί δηλαδή) ιστοί στη σημερινή κοινωνία. Επίσης ο Ράιχ (1933/1974), έχοντας ενδιατρίψει στην ψυχανάλυση, θεωρούσε και αυτός πως υπάρχουν τέτοιου είδους τάσεις –που θα μπορούσαν να ανιχνευθούν ακόμα και μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς– οι οποίες είναι αυτές που παράγουν φασιστικές συμπεριφορές. Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε π.χ. την περίπτωση βασανισμού αλλοδαπών (ή και ημεδαπών) από αστυνομικούς ή κακοποίησης γυναικών ή παιδιών στο πλαίσιο της οικογένειας; Πώς δεν μας κάνει εντύπωση η οιδιπόδεια σύμπλεξη με τον πατέρα, που συνοδεύει τις μεσσιανικές προτροπές προς τους εκάστοτε αρχηγούς κομμάτων «να σώσουν τη χώρα»; Πώς μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε την αντιομοφυλοφυλική υστερία ή τα μυστικιστικά αναμασήματα ενάντια στους Εβραίους; Και, τέλος, πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε την τεράστια αποδοχή πολλών τέτοιων στερεότυπων από πολυπληθείς κοινωνικές ομάδες ή τα θετικά συναισθήματα που τρέφουν πολλές φορές τα θύματα προς τους θύτες τους; (δείτε πχ. το κινηματογραφικό έργο «ο θυρωρός της νύχτας») (Γεωργόπουλος, 2010: 58).


Ο Αλέκος Γεωργόπουλος είναι Ομότιμος καθηγητής, ΤΕΠΑΕ, ΑΠΘ, ageorgop@nured.auth.gr

Ο Μιχάλης Φωτιάδης είναι Διδάκτορας Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Διευθυντής στο 2ο Γυμνάσιο Καλλιθέας, micfotiadis@gmail.com