"ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ" του Γιώργου Στάμου, Εκδόσεις:Βιβλιοπωλείο Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη 2025
Μετά την «Περιπέτεια της Οικοαριστεράς», που παρουσιάστηκε πριν μερικούς μήνες, σειρά έχει το βιβλίο του Γιώργου Στάμου με τίτλο «Πράσινος Καπιταλισμός», το οποίο ωστόσο κυκλοφορεί μετά τον αδόκητο θάνατό του. Το αντικείμενο εδώ είναι η ανάλυση της διαχείρισης του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής από τις διεθνείς ελίτ, η διαμόρφωση των βασικών ιδεών που στηρίζουν την πολιτική πρόταση γνωστή ως «Πράσινη Οικονομία», καθώς και η παρουσίαση ορισμένων εμβληματικών πολιτικών που σχετίζονται με αυτή.
Το υλικό βασίζεται σε περιστασιακές αναγνώσεις άρθρων που δημοσιεύθηκαν σε έγκριτα διεθνή περιοδικά, ενώ οι αρχικές ιδέες και τα κείμενα παρουσιάστηκαν ως ανεξάρτητες αναρτήσεις στην ιστοσελίδα ecopol.gr. Μετά από ήπια επεξεργασία, οργανώθηκαν σε τέσσερις θεματικές ενότητες.
Φυσικά, ο πρώτος στόχος της κριτικής γραφής του Στάμου είναι η κυρίαρχη μέχρι πρόσφατα νεοφιλελεύθερη πολιτική προσέγγιση. Από τον Πρόλογο δέχεται τη θέση του Moore ότι ο καπιταλισμός διαχειρίζεται τις κρίσεις μέσω οικολογικών επιδιορθώσεων, οι οποίες, ωστόσο, αποδεικνύονται ανεπαρκείς, συμπληρωμένη από τον Harvey ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αντιμετώπισε τις κρίσεις με εργαλείο την εκποίηση και την ανακατανομή του πλούτου προς όφελος της ολιγαρχίας. Κάνει λόγο για τον νεοφιλελεύθερο περιβαλλοντισμό, ο οποίος επανεφευρέθηκε ως «Πράσινη Οικονομία» και βασίζεται στην εμπορευματοποίηση της φύσης, τη λογική των «οικοσυστημικών υπηρεσιών» και την προώθηση της πράσινης ανάπτυξης. Και παρουσιάζει τα περιορισμένα και απογοητευτικά αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης, τα οποία συνοδεύονται από υψηλό κόστος και αυξημένο ρίσκο. Αντί να επιλύει τα οικολογικά προβλήματα, η«Πράσινη Οικονομία» φαίνεται να ενισχύει τις νεοφιλελεύθερες δομές εξουσίας, αποκαλύπτοντας την αναντιστοιχία μεταξύ των φιλόδοξων διακηρύξεων και της πραγματικότητας.
Ο συγγραφέας καταπιάνεται με επιμέρους ζητήματα της οικολογικής και κλιματικής κρίσης και των απαντήσεων που αναπτύχθηκαν εντός του καπιταλιστικού συστήματος, όπως τις αγορές άνθρακα, την βιαστική υποκατάσταση του λιγνίτη, τις προβληματικές πτυχές της αιολικής ενέργειας, τη γεωργία του άνθρακα, το υγροποιημένο αέριο, τη γαλάζια οικονομία, τον οικοτουρισμό και το πρόσφατο νομοσχέδιο Χατζηδάκη για τις προστατευόμενες περιοχές της φύσης. Επίσης αναφέρεται και στα μαθήματα από την πανδημία.
Ο Στάμου αναφέρεται στο πράσινο κίνημα, άλλοτε επιδοκιμάζοντας θέσεις του, όπως στη σελίδα 42, όπου αναφέρεται ότι «η αποεμπορευματοποίηση παραμένει κεντρικό αίτημα του αυθεντικού πράσινου κινήματος» και άλλοτε αμφισβητώντας τη σαφήνεια και ουδετερότητα εννοιών όπως η «άγρια φύση» και η «βιοποικιλότητα». Επίσης, αναφέρεται με ενδιαφέρον σε θέσεις και προσεγγίσεις του Serge Latouche, της Jane Goodall και του Aldo Leopold, που γνωρίζουν μεγάλης εκτίμησης εντός του πράσινου κινήματος. Για παράδειγμα, στη σελίδα 142 αναφέρεται στη «σημασία ενός μικρού αλλά αναγκαίου βαθμού αποανάπτυξης», έννοια που έχει αναδείξει μέσα από το έργο του ο Serge Latouche και οι επίγονοί του, όπως ο Γιώργος Καλλής.
Ωστόσο, επικεντρώνει περισσότερο στην έντονη κριτική που ασκούν στις νεοφιλελεύθερες πρακτικές η ριζοσπαστική αριστερά και η οικοαριστερά. Ιδιαίτερα στην έννοια του «Φυσικού Κεφαλαίου», που αντιμετωπίζει τη φύση ως οικονομικό περιουσιακό στοιχείο, αλλά και στην έννοια των «οικοσυστημικών υπηρεσιών», η οποία περιορίζει την πολύπλευρη αξία της φύσης σε ένα εργαλείο για την κάλυψη αναγκών της αγοράς. Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο εδώ είναι ότι ο Στάμου αναδεικνύει τη σημασία που δίνει η οικοαριστερά στις ηθικές, αισθητικές, ιστορικές και πολιτισμικές αξίες της φύσης, τις οποίες θεωρεί κρίσιμες για τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας. Η αναφορά του σε αξίες όπως η αλληλεγγύη, η κοινωνική φροντίδα και η διαπολιτισμική συνέργεια, τις οποίες θεωρεί απαραίτητες για μια ουσιαστική αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, ανοίγουν ένα μεγάλο πεδίο συζήτησης, που θα μπορούσε να περιλαμβάνει και το πως αυτές οι αξίες υποστηρίζονται όχι μόνο κοινωνικά, αλλά και προσωπικά. Και ποιου είδους παιδαγωγικές και δημοκρατικές προσεγγίσεις είναι συμβατές με την καλλιέργεια τέτοιων αξιών και της αντίστοιχης ψυχοσύνθεσης.
Ο Στάμου αναφέρεται και στην άνοδο της εναλλακτικής δεξιάς και ακροδεξιάς, μετά την οικονομική κρίση του 2008, η οποία βασίστηκε σε φοβικές αντιλήψεις απέναντι στη διαφορετικότητα και ενισχύθηκε από παραπληροφόρηση και συνωμοσιολογικές θεωρίες. Η πανδημία ενίσχυσε περαιτέρω αυτές τις ιδέες, προσφέροντας γόνιμο έδαφος για τη διάδοσή τους. Η αναφορά αυτή σχετίζεται με ένα φαινόμενο που βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς η συνωμοσιολογία παραμένει ισχυρή, όπως αποδεικνύει η επανεκλογή του Τραμπ. Άλλωστε έχω την εντύπωση ότι δείχνει να μεταστρέφει και το κύριο οικονομικό μοντέλο από τον νεοφιλελευθερισμό προς έναν νέο προστατευτισμό, με ενίσχυση των αυταρχικών, εθνικιστικών και αντιμεταναστευτικών πολιτικών. Όπως γράφει και ο Στάμου (σ. 83), «το αόρατο χέρι της αγοράς αποδείχθηκε ανεπαρκές και στη θέση του αναπτύσσεται η εθνική ασφάλεια». Και στη σ. 88, «Ο εθνικισμός προβάλει ως θετική, εκσυγχρονιστική δύναμη».
Ο συγγραφέας παραδέχεται (σ. 126) ότι η αριστερά αδυνατεί να προσφέρει προοπτική στις αυθόρμητες κινητοποιήσεις, εντάσσοντάς τες σε ένα συνολικότερο σχέδιο ανατροπής. Επίσης (σ. 139), θεωρεί ότι αποτυγχάνει να προσεγγίσει το πρόβλημα των ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των εξορυκτικών οικονομιών και των οικονομιών καθαρής ενέργειας. Διαπιστώνει την έλλειψη μιας συνολικής ριζοσπαστικής πρότασης για το οικολογικό ζήτημα και (σ. 140) δέχεται ως πρόκληση την ενότητα κόκκινου και πράσινου. Υποστηρίζει ότι η αριστερή ρητορική χρειάζεται να αναδείξει την ανάγκη για ριζικούς μετασχηματισμούς στην ενεργειακή και βιομηχανική πολιτική. Και ότι η οικοαριστερά οφείλει να εργαστεί για τη διαμόρφωση της ευρύτερης δυνατής πολιτικής και κοινωνικής συμμαχίας ώστε να προωθηθούν αυτές οι αλλαγές, να οικοδομήσει συναινέσεις γύρω από στρατηγικούς στόχους και να οργανώσει τη διεκδίκησή τους μεθοδικά.
Πιστεύω ότι αυτή είναι μια ισχυρή και ενδιαφέρουσα πολιτικά θέση που συνοψίζει τη στόχευση του βιβλίου.
Ωστόσο, επιτρέψτε μου να κλείσω και με κάτι που με προβλημάτισε και αφορά την ισότιμη εξέταση των δύο ερμηνειών της κλιματικής αλλαγής, δηλ. αυτής που συνδέει την άνοδο της θερμοκρασίας με τα αέρια του θερμοκηπίου, ζητώντας περιορισμούς και εκείνης που το αποδίδει στην ηλιακή δραστηριότητα και δεν ζητά περιορισμούς. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι και τα δύο σενάρια δεν εξηγούν επαρκώς τους μηχανισμούς πίσω από τα φαινόμενα, και αυτό έχει οδηγήσει σε ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις που καθυστερούν την ανάπτυξη λύσεων (σ. 8). Προσθέτει επίσης ότι συναισθηματικά βρίσκεται πιο κοντά το πρώτο σενάριο (σ. 20). Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαν να υπάρξουν και πιο αντικειμενικοί λόγοι υποστήριξης του πρώτου σεναρίου, π.χ. το ποσοστό της ακαδημαϊκής κοινότητας που το υποστηρίζει.

Copyright © 2012 Πανελλήνια Ένωση Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση