Το παράδειγμα της επανεισαγωγής του λύκου (Canis lupus) στο Εθνικό Πάρκο του Yellowstone: βιοποικιλότητα - τροφικοί καταρράκτες - Περιβαλλοντική Εκπαίδευση

Περιλήψη

Η εργασία εξετάζει την επανεισαγωγή του λύκου (Canis lupus) στο Εθνικό Πάρκο Yellowstone ως πρότυπο «προσαρμοζόμενης διαχείρισης» οικοσυστημάτων. Αναλύεται η μετάβαση από την υποβάθμιση λόγω υπερβόσκησης στην αποκατάσταση της βιοποικιλότητας μέσω των «τροφικών καταρρακτών», αναδεικνύοντας πώς η επιστροφή ενός κορυφαίου θηρευτή αποκαθιστά την ισορροπία και αναμορφώνει το οικοσύστημα. Πέρα από το οικολογικό πλαίσιο, η μελέτη εστιάζει και στον καθοριστικό ρόλο της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και της κοινωνικής συμμετοχής στην επιτυχία του εγχειρήματος. Η συστηματική ενημέρωση της κοινότητας, η διανομή εκπαιδευτικού υλικού σε χιλιάδες μαθητές και η προσφορά εθελοντικής εργασίας λειτούργησαν ως καταλύτες για την άμβλυνση των συγκρούσεων και την αποδοχή του προγράμματος. Συμπερασματικά, η περίπτωση του Yellowstone αποδεικνύει ότι η αποτελεσματική διαχείριση της βιοποικιλότητας απαιτεί τη σύζευξη της επιστημονικής έρευνας με την εκπαιδευτική διαδικασία. Για τους εκπαιδευτικούς, το παράδειγμα αυτό αποτελεί ένα ισχυρό διδακτικό εργαλείο για την κατανόηση της πολυπλοκότητας των φυσικών συστημάτων και της ανάγκης για μια νέα, κριτική προσέγγιση στη συνύπαρξη ανθρώπου και άγριας φύσης.

 

Λέξεις κλειδιά:Βιοποικιλότητα, λύκοι, τροφικοί καταρράκτες, Yellowstone, διαχείριση οικοσυστημάτων

 

Εισαγωγή

Η διαχείριση οικοσυστημάτων είναι μια πολύ σημαντική και σύνθετη εργασία και απαιτεί γνώση, προσεκτικό σχεδιασμό, αποτελεσματική εφαρμογή, συνεχή παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και ανατροφοδότηση του σχεδίου διαχείρισης (Pirot et al., 2000). Η γνώση κάποιων περιπτώσεων εφαρμογής μέτρων διαχείρισης οικοσυστημάτων ή διαχείρισης της βιοποικιλότητας, μπορεί να ξεπερνούν το επίπεδο των ειδικών επιστημόνων των πεδίων της οικολογίας και της διαχείρισης οικοσυστημάτων και να φτάσουν ως το ευρύ κοινό και την εκπαίδευση. Μια τέτοια περίπτωση μελέτης (case study) είναι και αυτή της επανεισαγωγής του λύκου στο Εθνικό Πάρκο του Yellowstone (Ε.Π.Γ.) στις ΗΠΑ.

Ο λύκος (Canis lupus) θεωρείται το χερσαίο θηλαστικό με την ευρύτερη εξάπλωση κατά τους πρόσφατους ιστορικούς χρόνους καθώς αποίκιζε ολόκληρο το Βόρειο Ημισφαίριο βόρεια του 20ού παραλλήλου, περιλαμβάνοντας τη Βόρεια Αμερική, την Ευρασία και την Ιαπωνία (Mech & Boitani, 2003). Ο λύκος διατηρεί μια μακρά και αμφίδρομη σχέση με τις ανθρώπινες κοινωνίες, η οποία κυμαίνεται ανάμεσα στη θεοποίηση, την ιδεολογική καπηλεία και την πλήρη δαιμονοποίηση. Από τη μία πλευρά, η μυθολογία περιλαμβάνει συμβολικές και θετικές αναφορές -όπως η περίθαλψη και ο θηλασμός του Ρωμύλου και του Ρώμου- ενώ στην ιστορία παρατηρείται ακόμα και η σκοτεινή εργαλειοποίηση του είδους ως συμβόλου ωμής ισχύος από απολυταρχικά καθεστώτα (π.χ. στο ναζιστικό φαντασιακό). Από την άλλη, η λαϊκή παράδοση και η παιδική λογοτεχνία (με εμβληματικό παράδειγμα την Κοκκινοσκουφίτσα) καλλιέργησαν το βαθιά ριζωμένο στερεότυπο του «κακού λύκου», το οποίο προσπαθούν να ανατρέψουν σύγχρονοι δημιουργοί (όπως ο Ε. Τριβιζάς). Εξαιτίας αυτού του διαχρονικού διωγμού και βέβαια λόγω των μεγάλων ζημιών των λύκων στην κτηνοτροφία, το είδος εξαλείφθηκε σταδιακά από μεγάλο μέρος της Ευρώπης (εξαφανίστηκε από τα Βρετανικά Νησιά ήδη από τον 17ο-18ο αιώνα και συρρικνώθηκε δραματικά στη Σκανδιναβία), ενώ κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα εξαφανίστηκε από πολλές περιοχές παγκοσμίως (Mech & Boitani, 2003). Τη δεκαετία του 1930 ο λύκος εξαλείφθηκε από τις περισσότερες Πολιτείες των ΗΠΑ και το Yellowstone, αλλά και από περιοχές της Ελλάδας, όπως η Πελοπόννησος (Κατσαδωράκης, 1999). Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και Βιολόγοι όπως οι Young και Goldman στην Αμερική, στα μέσα του 20ού αιώνα, χαρακτήριζαν τους λύκους ως «απειλή για την ανθρώπινη ζωή», ενώ ακόμα και ο διάσημος Αμερικανός Οικολόγος Aldo Leopold φέρεται ότι είχε υποστηρίξει το 1946 μέτρα ελέγχου των λύκων με στόχο την αύξηση των πληθυσμών των θηραμάτων (Mech, 2002, 2012).

Η περίπτωση της επανεισαγωγής του λύκου στο Yellowstone έχει χαρακτηριστεί ως το πλέον φημισμένο οικολογικό πείραμα στην ιστορία (Boyce, 2018). Τα αποτελέσματα της παρέμβασης αυτής ήταν τόσο καθοριστικά, που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, των μέσων ενημέρωσης και του ευρύτερου κοινού (Mech, 2012). Πλέον, το εγχείρημα προβάλλεται ως παράδειγμα καλής πρακτικής με πολλαπλά οφέλη, όχι μόνο για την ανάκαμψη του τοπικά εξαφανισμένου πληθυσμού των λύκων, αλλά και για την αποκατάσταση της ισορροπίας του οικοσυστήματος και των παρεχόμενων οικοσυστημικών υπηρεσιών. Αυτό που έχει επικοινωνηθεί κυρίως στο κοινό παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα, μέσω σύντομων βίντεο στο YouTube (Sustainable Human, 2014) και δημοσιευμάτων, αφορά σε σημαντικά αποτελέσματα της διαχείρισης, όπως αυτό του τροφικού καταρράκτη και όχι σε άλλες σημαντικές πλευρές της διαχειριστικής παρέμβασης: βασική γνώση και έρευνα, στοχοθεσία, μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, προβλήματα, μέθοδος παρακολούθησης και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων, ρόλος της κοινωνίας και της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στην αποδοχή του εγχειρήματος, κ.ά. Η σχετική πληροφόρηση του ευρέως κοινού για την περίπτωση της επανεισαγωγής του λύκου στο Yellowstone περιλαμβάνει και την καινούργια σχετικά έννοια των οικολογικών διεργασιών που χαρακτηρίζονται ως τροφικός καταρράκτης (trophic cascade, Paine, 1980). Ήταν αυτές οι διεργασίες αναμενόμενες όταν σχεδιάστηκε η επανεισαγωγή του λύκου στην εν λόγω περιοχή; Περιλαμβανόταν στους αρχικούς στόχους της διαχείρισης;

Πέραν των ανωτέρω δεδομένων και ερωτημάτων, στην Ελλάδα έχει ανακύψει πρόσφατα δημόσιος διάλογος με αφορμή την παρουσία του λύκου στην περιοχή της Πάρνηθας και την αυθαίρετη (χωρίς επιστημονικά ερείσματα) δικαστική απόφαση να συλληφθεί και να μεταφερθεί ο πληθυσμός τους στη Βόρεια Ελλάδα (Το Βήμα, 2025). Αν και μετά από τΙς τοποθετήσεις της Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας (Ε.Ζ.Ε., 2025) και άλλων ειδικών επιστημόνων, ανεστάλη προς το παρόν η εκτέλεση της απόφασης, το ζήτημα παραμένει και ο διάλογος είναι σε εξέλιξη (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., 2025).

Στόχος

Η παρούσα εργασία έχει ως κύριο στόχο τη διερεύνηση των παραπάνω βασικών συνιστωσών της διαχείρισης που εφαρμόστηκε και της παρουσίασής τους με εύληπτο τρόπο ώστε να μπορεί να αποτελέσει μια μελέτη περίπτωσης, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί είτε για λόγους διδακτικούς (π.χ. σε προγράμματα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης) είτε και ενημερωτικούς ως μοντέλο διαχειριστικής παρέμβασης. Ιδιαίτερα το θέμα της επανεισαγωγής κορυφαίων θηρευτών (μεταξύ των οποίων και μεγάλων αρπακτικών) είναι ένα θέμα μείζονος ενδιαφέροντος μια και αυτά έχουν κυνηγηθεί ανηλεώς από τον άνθρωπο σε παγκόσμιο επίπεδο και στην Ελλάδα και έχουν εξαφανιστεί από πολλές περιοχές κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αν και η επιστροφή του λύκου στον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας, έγινε μέσω φυσικής διασποράς, συμπεράσματα από την μελέτη περίπτωσης της επανεισαγωγής στο Yellowstone θα μπορούσαν ίσως να οδηγήσουν σε καλύτερη κατανόηση των πολύπλοκων οικολογικών διεργασιών και ενδεχομένως σε μεγαλύτερη αποδοχή τους από την κοινωνία.

Μεθοδολογία

Στον Οδηγό της IUCN με τίτλο: «Διαχείριση οικοσυστημάτων: Μαθήματα από όλο τον κόσμο» (Pirot et al., 2000), προτείνεται οι μελέτες περίπτωσης να ακολουθούν μια συγκεκριμένη δομή. Αυτό γίνεται προκειμένου η παρουσίασή τους να είναι εύληπτη και συνεκτική, αλλά και για να μπορούν να εξαχθούν εύκολα συμπεράσματα από σύγκριση μελετών περίπτωσης. Η δομή και η έκταση που προτείνεται από τους παραπάνω συγγραφείς περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Α.

Η παρούσα εργασία της υπό εξέταση μελέτης περίπτωσης στο κεφάλαιο των Αποτελεσμάτων ακολουθεί σε γενικές γραμμές τη δομή που περιλαμβάνεται στον Οδηγό της IUCN και στο κεφάλαιο της Συζήτησης περιλαμβάνει, διερεύνηση επιλεγμένων επί μέρους θεμάτων. Η διαθέσιμη βιβλιογραφία για το θέμα είναι τεράστια μια και οι επιστημονικές έρευνες και τα διαχειριστικά σχέδια επεκτείνονται χρονικά σε πέντε δεκαετίες. Η απαρχή των οργανωμένων προσπαθειών για την επαναφορά των λύκων στο Ε.Π.Γ. και στο κεντρικό Idaho χρονολογείται από το 1971 ενώ ήδη από το 1974 υπήρχαν διαχειριστικά σχέδια που πρότειναν επανεισαγωγή πληθυσμού παράλληλα με μέτρα ενίσχυσης της φυσικής διασποράς (Bangs and Fritts, 1996). 

Αποτελέσματα

Τα βασικά αποτελέσματα που αναφέρονται σε αυτό το κεφάλαιο έχουν αντληθεί κυρίως από τις ακόλουθες πηγές: α) Τελική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων της Υπηρεσίας U.S. Fish and Wildlife Service (1994) με τίτλο: “The Reintroduction of Gray Wolves to Yellowstone National Park and Central Idaho”, β) Άρθρο των Bangs & Fritts (1996) με τίτλο: “Reintroducing  the  Gray  Wolf  to  Central  Idaho and Yellowstone National Park”, γ) Τεχνική έκθεση με τίτλο: “Yellowstone Wolf Project Biennial Report 1995 & 1996” των Phillips και Smith (1997) και δ) Άρθρο του Boyce (2018) με τίτλο: “Wolves in Yellowstone: dynamics in time and space”.

α. Περιγραφή της κατάστασης και προβλήματα προς επίλυση - ιστορικό

Ο λύκος (Canislupus) παλιότερα εξαπλωνόταν σε όλη τη Β. Αμερική, ενώ θεωρείται το χερσαίο θηλαστικό με τη μεγαλύτερη εξάπλωση κατά τους πρόσφατους ιστορικούς χρόνους: σε όλο το Β. Ημισφαίριο από τον 20ο παράλληλο και βορειότερα (WWF - Wolf fact sheet).  Οι λύκοι στο Εθνικό Πάρκο του Yellowstone εξαφανίστηκαν περί τα μέσα της δεκαετίας του 1930 μια και από την ίδρυση του, το 1872, μέχρι και το 1933 η Υπηρεσία Εθνικών Πάρκων (National Park Service – N.P.S.) εφάρμοζε πρόγραμμα ελέγχου (εξολόθρευσης) του πληθυσμού τους - όπως και των κούγκαρ (Pumaconcolor) -  με όπλα, δηλητήρια και παγιδεύσεις. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας οι λύκοι είχαν εξαφανιστεί και από τις 48 Πολιτείες των ΗΠΑ. Εκτός από την Αλάσκα, η Μινεσότα ήταν η μόνη Πολιτεία που διατηρούνταν πληθυσμοί του είδους. Μέσα σε λίγα χρόνια οι πληθυσμοί των ελαφιών (Cervuselaphus) αυξήθηκαν σημαντικά σε σημείο που, ήδη από τα τέλη του ’30, οι διαχειριστές του Ε.Π.Γ. αναγνώρισαν ότι η βόσκηση επέφερε σημαντικές αλλαγές στη βλάστηση. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε να εκτελούνται προγραμματισμένες θανατώσεις (culls) ελαφιών κάθε χρόνο ώστε να διατηρείται ο πληθυσμός τους κάτω από κάποια όρια (εικόνα 1). 

Εικόνα 1. Χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Yellowstone που εμφανίζει τις περιοχές διαχείμανσης των ελαφιών (γραμμοσκίαση). Στα δύο ένθετα εμφανίζεται η θέση του Ε.Π.Γ. (κ. αριστερά) και ο ανατολικός, κεντρικός και δυτικός τομέας του Πάρκου (κ. δεξιά). Από: Painter et al. (2018).

Το 1967 υπήρξε μεγάλη κοινωνική πίεση από τους κατοίκους της Πολιτείας του Wyoming για να σταματήσουν οι εκκαθαρίσεις ελαφιών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσει να αυξάνεται πάλι ο πληθυσμός τους, σε σημείο που πλέον η φυσική ρύθμιση του πληθυσμού θα επερχόταν με τον περιορισμό της τροφής του (αφού ο μεγάλος πληθυσμός τους κατέτρωγε τη βλάστηση) και κατά τη διάρκεια των δριμέων χειμώνων με τους γενικευμένους λιμούς των μεγάλων αυτών φυτοφάγων ζώων. Ακολουθώντας κάποιες προτάσεις για τη διαχείριση των εθνικών πάρκων (Leopold et al., 1963), οι διαχειριστές του Ε.Π.Γ. στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πρότειναν να προωθηθεί η λύση του ελέγχου του πληθυσμού των ελαφιών μέσω της φυσικής θήρευσης τους, ως επακόλουθο της επανεισαγωγής των λύκων στο οικοσύστημα. Το 1978 μετά από σχετική μελέτη, ο Βιολόγος John Weaver έγραφε σε μια έκθεση προς το Υπουργείο Εσωτερικών «Ο οικολογικός θώκος του λύκου φαίνεται ουσιαστικά άδειος. Για το λόγο αυτό προτείνω την αποκατάσταση αυτού του γηγενούς θηρευτή μέσω της εισαγωγής λύκων στο Yellowstone”.

Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο λύκος όχι μόνο δεν τύγχανε καμίας προστασίας στις ΗΠΑ, αλλά αντιθέτως ακόμα και σε περιπτώσεις διασποράς ατόμων από τους πληθυσμούς του Καναδά, κυνηγιόταν και θανατώνονταν. Το 1973 ο λύκος συμπεριελήφθη στη λίστα των υπό προστασία ειδών στις ΗΠΑ (Endangered Species Act  - ESA). Έτσι, από τα μέσα τις δεκαετίας του ’70 και μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80 άρχισε να σημειώνεται και αναπαραγωγή λύκων που εισερχόντουσαν και εποίκιζαν τις Δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες και το 1986 λύκοι φώλιαζαν στην Πολιτεία της Montana.

Το 1992 το Κογκρέσο παρήγγειλε στους αρμόδιους φορείς (U.S. Fish & Wildlife Service σε συνεργασία με το N.P.S. και το U.S. Forest Service) να συντάξουν Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την επανεισαγωγή του λύκου στην ευρύτερη περιοχή του Yellowstone και του κεντρικού Idaho (εικόνα 2). 

Εικόνα 2. Η ευρύτερη περιοχή των Βόρειων Βραχωδών Ορέων (Northern Rocky Mountains)  που περιλαμβάνουν τις 2 περιοχές επανεισαγωγής του λύκου (με γραμμοσκίαση) που προέβλεπε η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων: κεντρικό  Idaho (αριστερά) και ευρύτερη περιοχή του Yellowstone (στο κέντρο). Από: U.S. Fish and Wildlife Service (1994).

 

Η Τελική Μελέτη περιλάμβανε 5 εναλλακτικές λύσεις, ενώ σε αρχικό στάδιο είχαν εξεταστεί και άλλες 7 εναλλακτικές προτάσεις. Αφού έγιναν όλες οι απαραίτητες διαβουλεύσεις με φορείς, τοπικούς πληθυσμούς, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, που διήρκεσαν πολλούς μήνες και λήφθηκαν υπόψη πάνω από 160.000 σχόλια, η Μελέτη οριστικοποιήθηκε τον Μάιο του 1994. Τον Ιανουάριο του 1995 ξεκίνησε η εφαρμογή του project με την απελευθέρωση των πρώτων λύκων σε Yellowstone και Idaho. Αν και το εγχείρημα  αφορούσε και τις δύο περιοχές η παρούσα εργασία εξετάζει μόνο την περίπτωση του Ε.Π.Γ.

β. ΠερίληψηΜελέτηςΠερίπτωσης

Τίτλος: Reintroduction of Gray Wolves to Yellowstone National Park

Τοποθεσία/Χώρα: Yellowstone National Park: εκτείνεται σε επιφάνεια 80.937 km2 που περιλαμβάνεται κυρίως στην Πολιτεία του Wyoming και ελάχιστα σε 2 ακόμα Πολιτείες των ΗΠΑ: το Idaho και την Montana (εικόνα 1). Ιδρύθηκε το 1872, είναι το πρώτο Εθνικό Πάρκο παγκοσμίως και το 1976 χαρακτηρίστηκε ως Απόθεμα της Βιόσφαιρας (UNESCO).

Τύπος Project/πρωτοβουλίας: Επανεισαγωγή Πειραματικών Πληθυσμών τοπικά εξαφανισμένου είδους κορυφαίου θηρευτή (λύκου).

Κύριοι τύποι ενδιαιτημάτων/οικοσυστημάτων: Δασικά ορεινά οικοσυστήματα κωνοφόρων και πλατύφυλλων, οικοσυστήματα εσωτερικών υδάτων (ρέματα, λίμνες).  

Ημερομηνίες έναρξης και ολοκλήρωσης: Ιανουάριος 1995 -  Δεκέμβριος 1996 (αρχική φάση της διαχείρισης: απελευθέρωση λύκων σε 2 δόσεις και παρακολούθηση). Ως έτος στόχος ανάκαμψης του πληθυσμού τέθηκε το 2002, όπου πράγματι ο λύκος αφαιρέθηκε από τη λίστα κινδυνευόντων ειδών στις Πολιτείες του Wyoming, του Idaho και της Montana. Το project προέβλεπε συνεχή παρακολούθηση (monitoring) και προσαρμοζόμενη διαχείριση (adaptive  management).

Φορείς Χρηματοδότησης: Κυβέρνηση, δωρεές, εθελοντές.

Κλίμακα χρηματοδότησης: 7.000.000 USD (μέχρι το 2002).

Φορείςυλοποίησης: US Fish & Wildlife Service, National Park Service

Σκοπός και στόχοι της πρωτοβουλίας: Η εγκαθίδρυση βιώσιμων πληθυσμών λύκων με στόχο τα 10 αναπαραγωγικά ζευγάρια (αντιστοιχούν σε πληθυσμό περίπου 100 ατόμων).

Ο φυσικός έλεγχος (μέσω της θήρευσης) του μεγάλου πληθυσμού των ελαφιών.

Η προστασία του λύκου και η αφαίρεσή του από τη λίστα κινδυνευόντων ειδών.

Κύριες προσεγγίσεις/συστατικά και δραστηριότητες της διαχείρισης του οικοσυστήματος:

Επιλογή ζώων από περιοχές με παρόμοια οικολογικά χαρακτηριστικά και πληθυσμούς ελεύθερους παρασίτων και ασθενειών. Τα ζώα εξετάστηκαν ετοιμάστηκαν και σημάνθηκαν.

Μετακίνηση συνολικά 31 λύκων σε 2 δόσεις: 14 τον Γενάρη του ’95 (σε 3 αγέλες) και 17 τον Γενάρη του ’96 (σε 4 αγέλες) που είχαν συλλεχθεί από πληθυσμούς λύκων του Καναδά. Επιλέχθηκε απελευθέρωση μετά από περίοδο προσαρμογής (soft release) που διήρκεσε περίπου 8 εβδομάδες, έναντι της πιο γρήγορης – απότομης (hard) απελευθέρωσης.

Παρακολούθηση των πληθυσμών, ραδιοανίχνευση και προσαρμοζόμενη διαχείριση.

Ενίσχυση της επισκεψιμότητας του Ε.Π.Γ. και των συνακόλουθων ωφελειών.

Ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού μέσα από δημόσιες διαβουλεύσεις & εθελοντισμό.

Εφαρμογή προγραμμάτων & διανομή υλικού Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης.

Αποζημιώσεις κτηνοτρόφων από επιθέσεις λύκων στο ζωικό τους κεφάλαιο και πρόβλεψη για θανατώσεις σε περιπτώσεις απειλής της ζωής ανθρώπων ή και ζώων.

Κύρια διδάγματα για την αποτελεσματική διαχείριση οικοσυστημάτων: Η προστασία των  θεμελιωδών ειδών (keystone species) πρέπει να είναι προτεραιότητα σε κάθε περίπτωση προσπάθειας διατήρησης ή και αποκατάστασης της βιοποικιλότητας. Τα οφέλη που προκύπτουν είναι σημαντικά.

Κύρια διδάγματα για τις διαδικασίες διαχείρισης του οικοσυστήματος: Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην οποία βασίστηκε το project είναι κρίσιμης σημασίας μια και προβλέπει με την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και αυστηρότητα το σενάριο ανάπτυξης του πληθυσμού του επανεισαχθέντος ζώου καθώς και τις αλληλεπιδράσεις του στο οικοσύστημα αλλά και στο ανθρωπογενές περιβάλλον (Πίνακας 1). Η συνεχής παρακολούθηση και τα σενάρια για προσαρμοζόμενη διαχείριση έχουν τελικά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και περιορίζουν το οικονομικό κόστος.

Κύρια διδάγματα για την εμπλοκή της κοινότητας: Αν και υπήρξαν  πολλές αντιδράσεις και σύγκρουση με ομάδες πίεσης, η εκτενής διαβούλευση με τους πολίτες και τους εμπλεκόμενους φορείς, έπαιξε  καταλυτικό ρόλο στην αποδοχή και εφαρμογή  του project.

Πίνακας 1. Αποτελέσματα  του Προγράμματος αποκατάστασης των λύκων στο Ε.Π.Γ. κατά την πρώτη διετία εφαρμογής του (1995-1996). Οι προβλέψεις προέρχονται από τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Από: Phillips and Smith (1997).

 

γ. Αποτίμηση της εφαρμογής των μέτρων διαχείρισης

Πράγματι, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1, τα αποτελέσματα κατά την πρώτη διετία εφαρμογής της διαχείρισης ήταν πολύ ενθαρρυντικά, αφού η παρακολούθηση του εισαχθέντος πληθυσμού έδειξε ότι ο αριθμός των λύκων στο τέλος της διετίας ήταν υπερδιπλάσιος των προβλέψεων (40 ζώα αντί για 16). Αυτό οφείλεται κυρίως στην επιτυχή αναπαραγωγή και στη μικρότερη από την αναμενόμενη θνησιμότητα. Η επιλεχθείσα επανεισαγωγή μέσω πειραματικών πληθυσμών, έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν εμπεριστατωμένες μελέτες και να συγκεντρωθούν πάρα πολλά στοιχεία σχετικά με τις μετακινήσεις και τη ζωτική περιοχή κάθε αγέλης, αλλά και να είναι πολύ εύκολη η παρακολούθηση του κάθε ζώου ξεχωριστά (εικόνα 3). Το πρόγραμμα της παρακολούθησης (monitoring) περιλάμβανε επίσης την εκτίμηση του πληθυσμού των ελαφιών και των άλλων μεγάλων φυτοφάγων, ενώ γινόταν πλήρης καταγραφή, των διατροφικών συνηθειών των λύκων, των θηραμάτων τους, αλλά και όλων των περιστατικών θανάτων  των λύκων, είτε από φυσικά είτε από ανθρωπογενή αίτια. Επίσης αντίστοιχες καταγραφές υπάρχουν και εκτός των ορίων του Ε.Π.Γ. στην ευρύτερη περιοχή του Yellowstone, αλλά και στην άλλη περιοχή πειραματικής εισαγωγής λύκων στο κεντρικό Idaho. 

 

Εικόνα 3. Επικράτειες των 7 εισαχθεισών αγελών λύκων το 1996 Από: Phillips & Smith (1997).

Όσον αφορά στο βασικό στόχο της επίτευξης βιώσιμου πληθυσμού 10 τουλάχιστον αναπαραγόμενων ζευγαριών λύκων, που αντιστοιχεί σε συνολικό αριθμό 100 περίπου ατόμων (όλων των ηλικιακών τάξεων και ιεραρχικών θέσεων), αυτός επετεύχθη 2 χρόνια νωρίτερα από το έτος - στόχο του 2002. Μετά από μια αυξητική τάση (που έφτασε στα περίπου 170 άτομα το 2003), κατά την τελευταία δεκαετία (2009 - 2017) ο πληθυσμός εντός του Ε.Π.Γ. έχει πράγματι σταθεροποιηθεί στα 100 άτομα περίπου (εικόνα 4).

Εικόνα 4 Η διακύμανση του πληθυσμού του λύκου από το πρώτο έτος εισαγωγής έως και το 2017. Ο συνολικός πληθυσμός αναλύεται σε δύο υποπεριοχές τη Βόρεια επικράτεια (μπλε) και το εσωτερικό (γαλάζιο). Από: Boyce (2018).

 

Συζήτηση

α. Κοινωνικό-οικονομικοί παράγοντες

Όσον αφορά τα προσδοκώμενα οικονομικά οφέλη από την αύξηση της επισκεψιμότητας του Ε.Π.Γ., πράγματι ήδη από το 1995 παρατηρήθηκε αύξηση της ροής των επισκεπτών. Το ενδιαφέρον για την παρατήρηση των λύκων στο φυσικό τους περιβάλλον ήταν μεγάλο και υπολογίζεται ότι την πρώτη χρονιά επανεισαγωγής του λύκου περίπου 4.000 επισκέπτες του Πάρκου είδαν ή άκουσαν λύκους. Τοπικές επιχειρήσεις είχαν αύξηση των κερδών τους (Bangs & Fritts, 1996).

Η τυχαία μεν, αλλά συχνή επαφή των λύκων με ανθρώπους που δεν έχουν επιθετική συμπεριφορά είχαν σαν αποτέλεσμα την σταδιακή εξοικείωση των λύκων με την ανθρώπινη παρουσία, γεγονός που δεν αποτιμάται στα θετικά της διαχείρισης και ελλοχεύει κινδύνους για το μέλλον (πιθανόν και για τους ανθρώπους και για τους λύκους). Τα τελευταία χρόνια περίπου 3.000.000 επισκέπτες το χρόνο πηγαίνουν στο Yellowstone για να έρθουν σε επαφή με την άγρια ζωή και η κύρια ατραξιόν πλέον είναι οι λύκοι. Υπολογίζεται ότι οι λυκο-παρατηρητές συνεισφέρουν 35 εκ. USD ετησίως στην τοπική οικονομία (Smith et al, 2016a).

Σαν συνέπεια της επιτυχούς εισαγωγής του είδους, το 2003 ο  λύκος αφαιρέθηκε από τη λίστα κινδυνευόντων ειδών (delisting) στις Πολιτείες του Wyoming, του Idaho και της Montana. Αυτό είχε ως  συνέπεια μεταξύ άλλων, στις  περισσότερες περιοχές, εκτός του Εθνικού Πάρκου να ξαναρχίσει το κυνήγι του λύκου με τελικό αποτέλεσμα σε κάποιες περιπτώσεις να συμπεριληφθεί πάλι στα κινδυνεύοντα (relisting), στο Wyoming to 2014. Στη μελέτη τους αυτή, οι Smith et al. (2016) υποστηρίζουν ότι απαιτείται ένα ομοσπονδιακό πλαίσιο διασυνοριακής διαχείρισης του πληθυσμού των λύκων, ώστε να αποφεύγεται η πολυδιάσπαση και οι αντιφατικές πολιτικές διαχείρισης της άγριας ζωής και του κυνηγιού από Πολιτεία σε Πολιτεία.

Η πρόκριση από την Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων της λύσης της επανεισαγωγής πειραματικών πληθυσμών αποδείχθηκε τελικά η καλύτερη εναλλακτική λύση και μάλιστα και σε οικονομικούς όρους. Μια από τις εναλλακτικές που είχαν εξετασθεί ήταν η ενίσχυση (μέσω αυξημένης προστασίας) της φυσικής διασποράς των λύκων από τον Καναδά. Η Μελέτη υπολόγιζε το κόστος από την εφαρμογή αυτού του διαχειριστικού σχεδίου σε 10 – 15 εκατομμύρια USD, ενώ θα διαρκούσε πολύ περισσότερο χρόνο μέχρι να εγκατασταθεί ικανός αριθμός για ένα μακροχρόνια βιώσιμο πληθυσμό (υπολογιζόταν έως το 2025). Το κόστος της εφαρμογής του προκριθέντος σχεδίου διαχείρισης είχε περίπου το μισό κόστος (6,7 εκ. USD) και πέτυχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε λιγότερο από μια δεκαετία (Bangs & Fritts, 1996).

Γενικά, το θέμα της εμπλοκής και συμμετοχής του κοινού στη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών είναι κομβικής σημασίας. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις Αποθεμάτων της Βιόσφαιρας, όπου η διαχείρισή τους αποτελεί υπόδειγμα καλής πρακτικής και αειφόρου διαχείρισης ο συμμετοχικός σχεδιασμός και η συνεργατική διαχείριση είναι από τους πρωτεύοντες στόχους (Stoll-Kleemann & Welp, 2008).

Παρά το ότι το Εθνικό Πάρκο του Yellowstone έχει αναγνωρισμένη τεράστια οικολογική αξία και ιστορία και παρά το γεγονός ότι κατά την εκπόνηση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (από το 1992 έως το 1994) οργανώθηκε ολόκληρη εκστρατεία συμμετοχής του κοινού στο σχεδιασμό και έγιναν εκτεταμένες διαβουλεύσεις, η αντίδραση στο σχέδιο που προκρίθηκε ήταν σημαντική. Μάλιστα μετά την τελική έγκριση της μελέτης έγιναν δικαστικές προσφυγές εναντίον της μεταφοράς και της απελευθέρωσης στο E.Π.Γ. των λύκων από τον Καναδά (Phillips & Smith, 1997). Αρκετοί κάτοικοι θεωρούσαν ότι η επαναφορά του λύκου θα βλάψει τις αγροτικές τους δραστηριότητες και θα αλλοιώσει το τοπικό life-style.

Σχετικά με τη χρηματοδότηση του Προγράμματος της δεύτερης φάσης εισαγωγής λύκων (το 1996), φαίνεται ότι ομάδες πίεσης που αντιδρούσαν στην επανεισαγωγή, κατάφεραν να πείσουν το Κογκρέσο να μειώσει το διαθέσιμο κονδύλι με προφανή στόχο  τη ματαίωση της συνέχισης του Project. Τότε ανέλαβαν δράση περιβαλλοντικές οργανώσεις και  ομάδες πολιτών, οι οποίοι συγκέντρωσαν το ποσό των 100.000 USD προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες υπηρεσίες και ενέργειες. Χωρίς αυτή την κινητοποίηση το πρόγραμμα θα είχε διακοπεί (Bangs & Fritts, 1996).

Η συμμετοχή εθελοντών στην εφαρμογή του σχεδίου διαχείρισης ήταν καλά οργανωμένη και υπήρξε μεγάλη ανταπόκριση. Συνολικά απασχολήθηκαν 26 εθελοντές και τις 2 χρονιές προσφέροντας περ. 12.000 εργατοώρες. Το οικονομικό όφελος που προέκυψε ήταν περ. 100.000 USD.

β. Περιβαλλοντική Εκπαίδευση

Η ενημέρωση του κοινού και κυρίως η οργανωμένη Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Π.Ε.) μαθητών και φοιτητών περιλαμβάνονταν στο πλαίσιο υποστήριξης της επανεισαγωγής του λύκου. Μέσα στα 2 χρόνια της πρώτης φάσης του προγράμματος 680 πακέτα ενημερωτικού υλικού στάλθηκαν σε Σχολεία και Πανεπιστήμια (περ. 20.000 μαθητές, φοιτητές και καθηγητές ήρθαν σε επαφή με το υλικό), ενώ πραγματοποιήθηκαν και πολλά ενημερωτικά προγράμματα μέσα στο Πάρκο από βιολόγους και από οικοξεναγούς.

Στην Αμερική, το παράδειγμα του Yellowstone μελετήθηκε και απετέλεσε πυρήνα για τη δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού για τις τάξεις 3 έως 5, 6 έως 8 και 9 έως 12, προκειμένου οι μαθητές να διδαχθούν από τη μελέτη περίπτωσης και να αποκτήσουν θετική στάση σε παρόμοια προγράμματα επανεισαγωγής του λύκου σε άλλα οικοσυστήματα της Αμερικής όπου είχε εξαφανιστεί λόγω της ανθρώπινης παρέμβασης (εικόνα 5, The Nature Conservancy, 2015).

Εικόνα 5. Εκπαιδευτικό υλικό (κάρτες παιχνιδιού ρόλων). Από: The Nature Conservancy (2015).

 

 

Ποικίλες δραστηριότητες, από συμπλήρωση εννοιολογικών χαρτών και πινάκων, έως παιχνίδια ρόλων και επεξήγηση διαγραμμάτων επιστημονικών δεδομένων (όπως αυτά στην εικόνα 7) περιλαμβάνονται στο εκπαιδευτικό υλικό, που συνοδεύει το εγχειρίδιο εκπαιδευτικού, τα σχέδια μαθήματος και τα φύλλα εργασίας για μαθητές.

Στο πλαίσιο της ανάλυσης της κοινωνικής αποδοχής του εγχειρήματος, καθίσταται σαφές ότι η Περιβαλλοντική Εκπαίδευσηδεν λειτούργησε απλώς συμπληρωματικά, αλλά ως ο κύριος στρατηγικός μοχλός για τη διαχείριση των συγκρούσεων. Η έρευνα των Black & Rutberg (2007) στο Wolf Park επιβεβαιώνει με μετρήσιμα δεδομένα ότι τα στοχευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα αποτελούν το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο για τη μεταστροφή των αρνητικών στάσεων και τη μείωση του φόβου απέναντι στον λύκο. Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι η "γνώση" αποτελεί το αντίδοτο στον "φόβο", καθιστώντας τα προγράμματα Π.Ε. απαραίτητα για τη βιωσιμότητα των πληθυσμών του λύκου σε περιοχές όπου συνυπάρχουν με τον άνθρωπο. Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται και από την προσέγγιση της Kelley (2018), η οποία αναδεικνύει ότι η Π.Ε. γεφυρώνει τα οικολογικά οφέλη της προστασίας θεμελιωδών ειδών (keystone species) όπως ο λύκος και των διεργασιών των τροφικών καταρρακτών με την "ανθρωποκεντρική" διάσταση της προστασίας της φύσης, καλλιεργώντας μια βαθύτερη ηθική σύνδεση του κοινού με την άγρια ζωή.

Πέρα από την επίδραση στο ευρύ κοινό, ιδιαίτερη σημασία έχει η οπτική των ίδιων των εκπαιδευτικών που καλούνται να διαχειριστούν το "ακανθώδες" ζήτημα του λύκου. Ο Kuhl (2019) αναδεικνύει ότι η εκπαίδευση για τον λύκο δεν είναι μια ουδέτερη μεταφορά γνώσης, αλλά μια σύνθετη παιδαγωγική διαδικασία που απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να ισορροπεί ανάμεσα σε επιστημονικά δεδομένα και βαθιά ριζωμένες πολιτισμικές αξίες. Σύμφωνα με τον ερευνητή, οι εκπαιδευτικοί δεν στοχεύουν απλώς στην παροχή πληροφοριών, αλλά στην καλλιέργεια μιας "ηθικής της συνύπαρξης", η οποία αμφισβητεί την κυρίαρχη ανθρωποκεντρική αντίληψη για την κυριαρχία πάνω στη φύση.

γ. Προώθηση της Επιστημονικής Έρευνας

Το Πρόγραμμα Διαχείρισης του λύκου προέβλεπε συνεργασία  με επιστημονικές ομάδες από διάφορα Πανεπιστήμια και τη χρηματοδότηση προγραμμάτων επισκεπτών επιστημόνων προκειμένου να προωθήσουν την έρευνα  στο  Yellowstone. Έτσι το 1995 συμμετείχε ο Rolf Peterson από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Michigan, ο οποίος εκτός από την  συμβολή του στην μετέπειτα μελέτη των τροφικών καταρρακτών στο Yellowstone, έπαιξε καθοριστικό ρόλο (μαζί και με άλλους επιστήμονες) στην εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων για περαιτέρω έρευνα (Phillips & Smith, 1997). Σύμφωνα με την Τελική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η έρευνα και μελέτη πιθανών τροφικών καταρρακτών δεν περιλαμβανόταν στους στόχους της διαχείρισης. Ο Peterson όμως, ένα χρόνο πριν πάει, είχε δημοσιεύσει μια από τις πρώτες εργασίες για την αλληλεπίδραση λύκων, άλκης και ελάτης (Αbiesbalsamea) στο Εθνικό Πάρκο Isle Royale.

δ. Τροφικοί Kαταρράκτες και Yellowstone

Κατά την παρακολούθηση του αποτελέσματος της επανεισαγωγής των λύκων στο ευρύτερο οικοσύστημα του Yellowstone και σε διάφορά είδη ζώων και φυτών που ενδημούν εκεί, καταγράφηκε πληθώρα επιδράσεων. Το ανοιχτό αυτό οικολογικό πείραμα, εκτός από την παρακολούθηση από τον Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου και τους επαγγελματίες στη διαχείριση και προστασία των οικοσυστημάτων, προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολλών επιστημόνων και έγινε πεδίο πολλαπλών επιστημονικών εργασιών (Smith, 2016). Παράλληλα, δημοφιλή μέσα ενημέρωσης και περιοδικά όπως το BBC, το National Geographic, το Scientific American, οι New York Times, το Science Now κ.ά.  έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τις θετικές οικολογικές επιπτώσεις της επανεισαγωγής. O Mech το 2012 κατηγοριοποίησε τους τομείς ενδιαφέροντος του κοινού και των δημοσιευμάτων στους παρακάτω τομείς:

- Μείωση του αριθμού των θηραμάτων και αλλαγή των συνηθειών κίνησής τους στο ενδιαίτημα (συμπεριφορά)

- Αναγέννηση των φυτών Populustremuloides (λεύκα) και Salixspp (είδη ιτιάς).

- Βελτίωση ενδιαιτήματος για άλκες, κάστορες, μικρά θηλαστικά, ψάρια, αμφίβια, έντομα, στρουθιόμορφα και υδρόβια πτηνά

- Προώθηση της ανάκαμψης των οχθών των ποταμών (μείωση διάβρωσης)

- Μείωση του πληθυσμού των κογιότ

- Παροχή τροφής σε πτωματοφάγους οργανισμούς

- Εξυγίανση κοπαδιών άλλων ζώων μέσω της αφαίρεσης (θήρευσης) των γερασμένων, αδυνάτων και ασθενών ατόμων των πληθυσμών

- Μείωση μετάδοσης ασθενειών

- Αύξηση του πληθυσμού των βισώνων

- Αύξηση των πληθυσμών των αρπακτικών

- Βελτίωση ποιότητας του νερού

- Αναπλήρωση του υπόγειου νερού

- Μείωση της θερμοκρασίας του νερού

- Αύξηση της αμερικανικής αντιλόπης (Antilocapra americana)

Βέβαια οι δημοσιεύσεις αυτές ήρθαν σαν αποτέλεσμα αντίστοιχων επιστημονικών εργασιών, κάποιες από τις οποίες μελετούσαν ή περιέγραφαν τις αλληλεπιδράσεις και τις οικολογικές διεργασίες που λάμβαναν χώρα στην περιοχή κυρίως του Βορείου Τμήματος του Yellowstone. Αρκετές από τις εργασίες αυτές κατέγραφαν αύξηση της βιοποικιλότητας, την οποία συνέδεαν είτε άμεσα είτε έμμεσα, στην παρουσία και εδραίωση του πληθυσμού των λύκων (εικόνα 6).

Εικόνα 6. Σχηματική αναπαράσταση που δείχνει τον πιθανό τροφικό καταρράκτη που συνδέει τον λύκο με την αρκούδα (διά μέσου του ελαφιού & της τροφής του). Από: Ripple et al. (2014).

 

Οι Ripple και Beschta, μετά από μια ανασκόπηση της δεκαπενταετούς περιόδου (έως το 2011) από την επανεισαγωγή του λύκου, την οποία υποστήριξαν και με δικά τους ερευνητικά δεδομένα σχετικά με την επανάκαμψη της βιομάζας και της αναγέννησης πληθυσμών φυτικών ειδών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για περιπτώσεις καταρράκτη τριών τροφικών επιπέδων (tri-trophic,  Ripple & Beschta, 2012, Εικόνα 7). Τα τροφικά επίπεδα και τα αντίστοιχα είδη (στην εικόνα 7) είναι: 3ο επίπεδο: σαρκοφάγα και κορυφαίοι θηρευτές (λύκος-Α), 2ο επίπεδο: φυτοφάγα (ελάφι-Β, κάστορας-G, βίσωνας-Η), 1ο επίπεδο: φυτά (αμερικάνικη λεύκα-D, βαμβακόδεντρο-Ε, Ιτιά-F)

Εικόνα 7 Οι διακυμάνσεις και τάσεις τού πληθυσμού του λύκου (Α) και των πληθυσμών άλλων ζωικών (B, G, H - φυτοφάγα) και φυτικών ειδών (D, E, F) ή χαρακτηριστικών όπως η φυλλοφαγία (C) . Από: Ripple & Beschta (2012).

Βεβαίως, η απόδοση όλων των παραπάνω θετικών επιπτώσεων στην παρουσία του λύκου φαντάζουν υπερβολικές και δεν ήταν άνευ αντιρρήσεων από επιστήμονες που δημοσίευσαν εργασίες αμφισβητώντας μέρος τουλάχιστον των συμπερασμάτων. «Κινδυνεύει η επιστήμη από την αγιοποίηση του λύκου;» ήταν ο τίτλος άρθρου (Mech 2012), που δημοσιεύτηκε λίγους μήνες αργότερα στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό που είχε δημοσιευτεί και το άρθρο των Ripple &  Beschta, ενώ ο Barber-Meyer το 2015 αμφισβήτησε με εμφατικό τρόπο άλλη εργασία των ίδιων συγγραφέων (του 2014) σχετικά με τη διαθεσιμότητα τροφής (φρούτων) για την αρκούδα ως αποτέλεσμα της επανεισαγωγής του λύκου (Ripple et al. 2014, εικόνα 6). Τέτοιες αντιπαραθέσεις έχουν θέσει σε αμφισβήτηση, όχι την ίδια τη θεωρία του τροφικού καταρράκτη αλλά το κατά πόσο όλες οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν στο οικοσύστημα του Yellowstone πρέπει να αποδοθούν στην εγκαθίδρυση του πληθυσμού των λύκων (Smith et al. 2016b).

Οι Pace et al. το 1999 έκαναν μια επισκόπηση εργασιών (δημοσιευμένων μεταξύ 1994 και 1998) που αναδείκνυαν τροφικούς καταρράκτες σε διάφορες περιπτώσεις οικοσυστημάτων από οικοσυστήματα εσωτερικών υδάτων και παράκτια (στα οποία πρώτα εντοπίστηκαν ερευνητικά οι τροφικοί καταρράκτες) έως πελαγικά αλλά και χερσαία οικοσυστήματα.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Paine το 1980 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η έννοια του τροφικού καταρράκτη, αν και είχε διατυπωθεί ως υπόθεση σε περιπτώσεις κυρίως υδάτινων οικοσυστημάτων - η σχετική θεωρία είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από τη δεκαετία του 1980 (Ripple et al 2016) - δεν είχε υποστηριχθεί επαρκώς από ερευνητικά δεδομένα και δεν ήταν εδραιωμένη στον χώρο των χερσαίων οικοσυστημάτων (Pace et al., 1999).

Ένας σύντομος ορισμός του τροφικού καταρράκτη που έχει δοθεί από τους Silliman και Angelini C. (2012) συνοψίζεται ως ακολούθως: Οι τροφικοί καταρράκτες αποτελούν ισχυρές έμμεσες αλληλεπιδράσεις που ελέγχουν ολόκληρα οικοσυστήματα. Τροφικοί καταρράκτες συμβαίνουν όταν θηρευτές περιορίζουν την πυκνότητα ή την συμπεριφορά του θηράματός τους με αποτέλεσμα την αυξημένη επιβίωση του οργανισμού του αμέσως χαμηλότερου τροφικού επιπέδου (εικόνα 8).

Εικόνα 8. Απλοποιημένη απεικόνιση του αποτελέσματος τροφικού καταρράκτη σε χερσαίο δασικό οικοσύστημα. Αριστερά: πριν την εξαφάνιση κορυφαίου θηρευτή, δεξιά: μετά την εξαφάνιση μειώνεται η βιοποικιλότητα  (πηγή: Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα).

 

Όπως φαίνεται στην εικόνα 8, στα αριστερά εμφανίζεται η κατάσταση της ύπαρξης του τροφικού καταρράκτη (στην αδιατάρακτη από τον άνθρωπο κατάσταση, ή μετά την αποκατάσταση μέσω της επανεισαγωγής του κορυφαίου θηρευτή -όπως στο Yellowstone) ενώ δεξιά εμφανίζεται το αρνητικό αποτέλεσμα και η υποβάθμιση του οικοσυστήματος λόγω της ανθρώπινης παρέμβασης -εξολόθρευση του λύκου).

 

Συμπεράσματα

Τα συμπεράσματα της παρούσας εργασίας συνοψίζονται ως ακολούθως:

α) Τα οικοσυστήματα είναι δυναμικά και σε κάθε χρονική στιγμή η σύνθεση της βιοκοινότητας, αλλά και τα χαρακτηριστικά των ενδιαιτημάτων (περιλαμβανομένων και αβιοτικών παραμέτρων) αντικατοπτρίζουν τις δεδομένες συνθήκες και ισορροπίες. Ο άνθρωπος μπορεί να επέμβει - και συνήθως επεμβαίνει - αρνητικά, αλλά - σπανιότερα και εφόσον το αντιληφθεί - και θετικά και οι μηχανισμοί της φύσης θα ακολουθήσουν  αντίστοιχα, προς την κατεύθυνση είτε της υποβάθμισης του οικοσυστήματος, είτε προς την αποκατάσταση του και την αύξηση της βιοποικιλότητας. Σε κάθε περίπτωση διαχείρισης των οικοσυστημάτων, χρειάζεται να έχουμε πάντα κατά νου την Αρχή της Πρόληψης. Τα οικοσυστήματα είναι τόσο σύνθετα με πρακτικά αμέτρητες αλληλοσυσχετίσεις μεταξύ βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, όπου ακόμα και σε περιπτώσεις όπως αυτή του Yellowstone, με μεγάλο όγκο βασικής και εφαρμοσμένης οικολογικής έρευνας, είναι αδύνατον να προβλεφθούν όλες οι επιπτώσεις μιας ανθρωπογενούς παρέμβασης σε βάθος χρόνου. Επίσης κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και τα τοπικά χαρακτηριστικά του κάθε οικοσυστήματος, αλλά και της τοπικής κοινωνίας.

β) Η επανεισαγωγή τοπικά εξαφανισμένων ειδών μπορεί να αποδειχθεί μια στρατηγική διαχείρισης των οικοσυστημάτων και διατήρησης της βιοποικιλότητας με πολλαπλά οφέλη και για την άγρια ζωή αλλά και για τους τοπικούς πληθυσμούς.  Η επανεισαγωγή θα πρέπει να προέρχεται, κατά το δυνατόν, από γειτονικούς πληθυσμούς που έχουν όσο το δυνατόν παρόμοιο γενετικό υπόβαθρο και οικολογικές απαιτήσεις. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των σχεδίων διαχείρισης οφείλει να είναι ενδελεχής και ολιστικός, να ακολουθεί προδιαγραφές και πρότυπα, αλλά να είναι και ευέλικτος ώστε να προσαρμόζεται στα δεδομένα του monitoring.

γ) Είτε πρόκειται για την εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης εντός προστατευόμενων περιοχών, είτε τα σχέδια επεκτείνονται και εκτός τέτοιων ορίων, θα πρέπει: i) να υπάρχει μέριμνα για το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των ειδών και στις γειτονικές περιοχές (π.χ. ρυθμίσεις για το κυνήγι ή άλλες επιβλαβείς ή οχλούσες δραστηριότητες), ii) να υπάρχει καλή επικοινωνία και διαβούλευση με τους τοπικούς πληθυσμούς και ο σχεδιασμός να είναι συμμετοχικός,  iii) να προβλέπονται αποζημιώσεις για άμεσες ζημιές (π.χ. σε κτηνοτρόφους), αλλά και αντισταθμιστικά οφέλη (για τις έμμεσες ζημιές ή αλλαγές στις χρήσεις γης) για τον τοπικό πληθυσμό.

δ) Ο λύκος οικολογικά είναι ένα θεμελιώδες είδος (keystone species) και παίζει κυρίαρχο ρόλο στη δομή όλου του οικοσυστήματος. Με αφορμή την επανεισαγωγή του λύκου στο Yellowstone πραγματοποιήθηκε πληθώρα επιστημονικών μελετών για τον οικολογικό του ρόλο και για την  επίδρασή του, όχι μόνο στους άμεσα επηρεαζόμενους, λόγω θήρευσης, πληθυσμούς μεγάλων φυτοφάγων ζώων όπως τα ελάφια, οι βίσωνες, οι άλκες κ.ά., αλλά και έμμεσες επιδράσεις σε πληθυσμούς φυτών όπως είδη λεύκας (Populustremuloides) ιτιάς (Salix spp.) κ.ά.. Μάλιστα έγιναν συσχετίσεις ακόμα και με μεταβολές πληθυσμών άλλων ζωικών ειδών όπως κογιότ, κάστορες, αρκούδες, μικρότερα θηλαστικά αλλά και πτηνά, για τα οποία δεν υπήρχε κάποια πολύ εμφανής σχέση (εξαιρουμένων των σχέσεων ανταγωνισμού με άλλους μεγάλους θηρευτές). Αρκετές τέτοιες μελέτες κατέληξαν στην ύπαρξη τροφικών καταρρακτών και εδραίωσαν τη σχετική οικολογική θεωρία (η οποία αρχικά είχε αναπτυχθεί κυρίως σε υδάτινα οικοσυστήματα) και σε χερσαία οικοσυστήματα. Η θεωρία του τροφικού καταρράκτη εκτός από ιδιαίτερο πεδίο στη μελέτη οικοσυστημάτων έχει αποτελέσει και ισχυρό εργαλείο στο πλαίσιο των προσπαθειών διατήρησης και διαχείρισης της φύσης και της βιοποικιλότητας.

ε) Ο λύκος είναι από τα πλέον ευρέως γνωστά είδη (συνήθως βέβαια λόγω της άσχημης φήμης του) και συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να γίνει εμβληματικό είδος για την προστασία της φύσης και ιδιαιτέρως του ενδιαιτήματός του. Κρίσιμο σημείο είναι η μετάβαση της κοινής γνώμης από μια φοβική και αρνητική στάση διαχρονικά, προς μια θετική αντιμετώπιση. Ο ρόλος του στην αποκατάσταση των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας (κυρίως σε περιπτώσεις πρότερης υποβάθμισης που έχει προκληθεί από τον άνθρωπο) μέσω και των διεργασιών τροφικού καταρράκτη μπορεί να επικοινωνηθεί με θετικό τρόπο και να διαδοθεί. Η ενημέρωση του κοινού αλλά κυρίως η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση μπορούν να διευκολύνουν την μετάβαση προς μια θετική στάση.

στ) Η περίπτωση του Yellowstone αποδεικνύει ότι η επιτυχία τέτοιων σύνθετων εγχειρημάτων δεν κρίνεται αποκλειστικά στο πεδίο της οικολογίας, αλλά εξαρτάται άμεσα από την αποδοχή της κοινωνίας και την καλλιέργεια μιας νέας περιβαλλοντικής ηθικής. Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση λειτούργησε ως καταλυτικός μηχανισμός υποστήριξης της πρωτοβουλίας, μετατρέποντας την επιστημονική γνώση για τους «τροφικούς καταρράκτες» σε ουσιαστική μάθηση για χιλιάδες μαθητές και πολίτες.

Για τα ελληνικά δεδομένα, η μελέτη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη μετάβασης από απλή παροχή πληροφοριών σε μια κριτική εκπαιδευτική διαδικασία που συνδέει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας με την ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση μπορεί να αναδεικνύει τέτοια παραδείγματα διαχείρισης, όπως του Yellowstone αλλά και εννοιών όπως οι τροφικοί καταρράκτες, για να καταδείξει ότι η αποκατάσταση της φύσης είναι εφικτή, εφόσον συνοδεύεται από σωστή εκπαιδευτική προετοιμασία και κοινωνική συναίνεση. Τελικά, η διαχείριση της βιοποικιλότητας και οι προσπάθειες προστασίας της, είτε πρόκειται για εξειδικευμένες ενέργειες της πολιτείας και των φορέων της (πχ Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών), είτε είναι συνυφασμένη με τις καθημερινές πρακτικές των ανθρώπων που ζουν από τη φύση (πχ υλοτόμοι, βοσκοί, αγρότες, μελισσοκόμοι, κ.ά.), είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκπαίδευση των πολιτών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bangs, E. E., & Fritts, S. H. (1996). Reintroducing the gray wolf to central Idaho and Yellowstone National Park. Wildlife Society Bulletin, 24(3), 402–413.

Barber-Meyer, S. M. (2015). Trophic cascades from wolves to grizzly bears or changing abundance of bears and alternate foods? Journal of Animal Ecology, 84(3), 647–651. https://doi.org/10.1111/1365-2656.12338

Black, P., & Rutberg, A. (2007). Effectiveness of gray wolf (Canis lupus) education programs in the Midwest: A case study of Wolf Park. Endangered Species Update, 24(1), 1–8.

Boyce, M. S. (2018). Wolves for Yellowstone: Dynamics in time and space. Journal of Mammalogy, 99(5), 1021–1031. https://doi.org/10.1093/jmammal/gyy115

Kelley, A. G. (2018). The ecological and human-centered benefits of wolf reintroduction to Yellowstone National Park. Sloth Journal, 4(1). https://www.canisius.edu/academics/academic-institutes-initiatives-centers/sloth-journal/sloth-volume-4-no-1-2018/ecological

Kuhl, G. J. (2019). Sharing a world with wolves: Perspectives of educators working in wolf-focused education. Environmental Education Research, 25(8), 1216–1230. https://doi.org/10.1080/13504622.2018.1523370

Leopold, A. S., Cain, S. A., Cottam, C. M., Gabrielson, I. N., & Kimball, T. L. (1963). Wildlife management in the national parks. Transactions of the North American Wildlife and Natural Resources Conference, 28, 28–45.

Mech, L. D. (2002). Aldo Leopold: Conservationist and hunter. In R. L. Knight & S. Riedel (Eds.), Aldo Leopold and the ecological conscience (pp. 150–157). Oxford University Press.

Mech, L. D. (2012). Is science in danger of sanctifying the wolf? Biological Conservation, 150(1), 143–149. https://doi.org/10.1016/j.biocon.2012.03.003

Mech, L. D., & Boitani, L. (2003). Wolf conservation and recovery. In L. D. Mech & L. Boitani (Eds.), Wolves: Behavior, ecology, and conservation (pp. 317–360). University of Chicago Press.

Pace, M. L., Cole, J. J., Carpenter, S. R., & Kitchell, J. F. (1999). Trophic cascades revealed in diverse ecosystems. Trends in Ecology & Evolution, 14(12), 483–488. https://doi.org/10.1016/S0169-5347(99)01723-1

Paine, R. T. (1980). Food webs: Linkage, interaction strength and community infrastructure. Journal of Animal Ecology, 49(3), 667–685. https://doi.org/10.2307/4220

Painter, L. E., Beschta, R. L., Larsen, E. J., & Ripple, W. J. (2018). Aspen recruitment in the Yellowstone region linked to reduced herbivory after large carnivore restoration. Ecosphere, 9(8), Article e02376. https://doi.org/10.1002/ecs2.2376

Phillips, M. K., & Smith, D. W. (1997). Yellowstone Wolf Project biennial report 1995 and 1996 (YCR-NR-97-4). Yellowstone Center for Resources.

Pirot, J.-Y., Meynell, P.-J., & Elder, D. (2000). Ecosystem management: Lessons from around the world – A guide for development and conservation practitioners. IUCN.

Ripple, W. J., & Beschta, R. L. (2012). Trophic cascades in Yellowstone: The first 15 years after wolf reintroduction. Biological Conservation, 145(1), 205–213. https://doi.org/10.1016/j.biocon.2011.11.005

Ripple, W. J., Beschta, R. L., Fortin, J. K., & Robbins, C. T. (2014). Trophic cascades from wolves to grizzly bears in Yellowstone. Journal of Animal Ecology, 83(1), 223–233. https://doi.org/10.1111/1365-2656.12123

Ripple, W. J., Estes, J. A., Schmitz, O. J., Constant, V., Kaylor, M. J., Lenz, A., Motley, J. L., Self, K. E., Taylor, D. S., & Wolf, C. (2016). What is a trophic cascade? Trends in Ecology & Evolution, 31(11), 842–849. https://doi.org/10.1016/j.tree.2016.08.010

Silliman, B. R., & Angelini, C. (2012). Trophic cascades across diverse plant ecosystems. Nature Education Knowledge, 3(10), 44.

Smith, D. W. (2016). Celebrating 20 years of wolves. Yellowstone Science, 24(1), 4–7.

Smith, D. W., Peterson, R. O., MacNulty, D. R., & Kohl, M. (2016a). The big scientific debate: Trophic cascades. Yellowstone Science, 24(1), 70–73.

Smith, D. W., White, P. J., Stahler, D. R., Wydeven, A., & Hallac, D. E. (2016b). Managing wolves in the Yellowstone area: Balancing goals across jurisdictional boundaries. Wildlife Society Bulletin, 40(3), 436–445. https://doi.org/10.1002/wsb.677

Stoll-Kleemann, S., & Welp, M. (2008). Participatory and integrated management of biosphere reserves: Lessons from case studies and a global survey. GAIA - Ecological Perspectives for Science and Society, 17(S1), 161–168. https://doi.org/10.14512/gaia.17.S1.14

The Nature Conservancy. (2015). Wolves of Yellowstone - EARTH a new wild [Educational material]. https://www.natureworkseverywhere.org/resources/wolves-of-yellowstone/

U.S. Fish and Wildlife Service. (1994). The reintroduction of gray wolves to Yellowstone National Park and Central Idaho: Final Environmental Impact Statement. U.S. Department of the Interior.

Κατσαδωράκης, Γ. (1999). Η φυσική κληρονομιά της Ελλάδας. WWF Ελλάς.

 

Διαδικτυακές πηγές:

Sustainable Human (2014). How wolves change Rivers (narration George Monbiot - ελληνικοί υπότιτλοι). YouTube video uploaded by “Sustainable Man” on 13/2/2014. Retrieved from: https://www.youtube.com/watch?v=ysa5OBhXz-Q [Accessed 16-01-2026]

WWF - Wolf (Canis lupus) fact sheet. Retrieved from:  https://www.wwf.ch/sites/default/files/doc-2017-06/2016-07-factsheet-wolf.pdf  [Accessed 16-01-2026]

Ε.Ζ.Ε. (2025). Ανακοίνωση της Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας σχετικά με την εντολή απομάκρυνσης λύκων. Retrieved from: https://dasarxeio.com/2025/05/13/144167/ [Accessed 16-01-2026]

Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. (2025). Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας: συναντήσεις για την συνύπαρξη του ανθρώπου με τον λύκο. Retrieved from: https://necca.gov.gr/nea-anakoinoseis-deltia-typou/ekdiloseis-gia-to-lyko-stin-parnitha/  [Accessed 16-01-2026]

Το Βήμα (2025). Πάρνηθα: Η Εισαγγελία ζήτησε την απομάκρυνση των λύκων - Ο κίνδυνος για το κόκκινο ελάφι. Retrieved from: https://www.tovima.gr/2025/05/09/green/parnitha-i-eisaggelia-zitise-tin-apomakrynsi-ton-lykon-o-kindynos-gia-to-kokkino-elafi/ [Accessed 16-01-2026]

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α:

Δομή & έκταση μελετών περίπτωσης Διαχείρισης Οικοσυστημάτων (από Οδηγό IUCN)

Η δομή και η έκταση προτύπων μελετών περίπτωσης που περιλαμβάνεται στον Οδηγό της IUCN με τίτλο «Διαχείριση οικοσυστημάτων: Μαθήματα από όλο τον κόσμο» (Pirot et al., 2000) περιλαμβάνει τα ακόλουθα 4 μέρη:

Περίληψη Μελέτης Περίπτωσης (1 σελίδα)

Περιγραφή του Project (2-3 σελίδες)

-   Περιγραφή της κατάστασης & προβλήματα προς επίλυση

-   Σκοποί και στόχοι του project

-   Συνοπτική περιγραφή της επιλεχθείσας προσέγγισης, των συστατικών μερών και των δραστηριοτήτων

-   Εξέλιξη του project

-   Εμπλεκόμενοι οργανισμοί

-   Δομή της διαχείρισης - οργανόγραμμα

-   Χρηματοδότηση & δωρητές

Αποτίμηση (2-3 σελίδες)

-   Θεμελιώδη αποτελέσματα της πρωτοβουλίας (δηλ. όλου του εγχειρήματος-project)

-   Παράγοντες που συμβάλλουν στην επίτευξη, ή μη, των επιθυμητών αποτελεσμάτων

-   Παράγοντες που εμποδίζουν τη διαδικασία

-   Προσαρμογές που έγιναν κατά τη διάρκεια της πρωτοβουλίας

-   Κύρια διδάγματα (lessons learned) για την αποτελεσματική διαχείριση οικοσυστημάτων

-   Κύρια διδάγματα για τις διαδικασίες διαχείρισης του οικοσυστήματος

-   Κύρια διδάγματα για την εμπλοκή της κοινότητας

-   Παράγοντες που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της πρωτοβουλίας

-   Παράγοντες που επηρεάζουν την αναπαραγωγή και την κλιμάκωση (scale up)

Σημαντικότητα για τη διαχείριση οικοσυστημάτων και βασικά μαθήματα (1 σελίδα)

 


Ο Θεμιστοκλής Σμπαρούνης, είναι Βιολόγος, MSc Οικολογίας και ΜΔΕ Στρατηγικές Διαχείρισης Περιβάλλοντος - Περιβαλλοντική Εκπαίδευση. 

Είναι Προϊστάμενος του Κ.Ε.ΠΕ.Α. Αργυρούπολης