Διαχείριση επικινδυνότητας αστικών δέντρων: Εφαρμογή της κατάλληλης πολιτικής μέσα από την ενημέρωση και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων δρώντων

Συγγραφέας: 

Περίληψη

Το αστικό πράσινο συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών και της ποιότητας ζωής των κατοίκων των πόλεων. Οι μεγάλες πόλεις όμως αποτελούν ένα εχθρικό περιβάλλον για τη βλάστηση και ειδικότερα για τα δέντρα. Ως εκ τούτου, σε αρκετά εξ αυτών παρατηρούνται αυξητικές ακανονιστίες (σφάλματα). Ένα δέντρο με σφάλματα δεν θεωρείται επικίνδυνο, εκτός και αν υπάρχει εντός συγκεκριμένης ακτίνας κάποιος «στόχος» που μπορεί να επηρεαστεί. Προκειμένου να ληφθούν αντικειμενικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με την ασφάλεια των δέντρων, πρέπει αυτά να αξιολογούνται για το επίπεδο κινδύνου που παρουσιάζουν. Οι διαχειριστές του πρασίνου, οφείλουν να υλοποιήσουν κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα μείωσης ή άρσης της επικινδυνότητας των αστικών δέντρων, πάντα υπό το πρίσμα της διαφάνειας και της λογοδοσίας, δίνοντας δηλαδή τη δυνατότητα συμμετοχής όλων των δρώντων στη λήψη των αποφάσεων, στο πλαίσιο εφαρμογής μιας ορθής περιβαλλοντικής πολιτικής και διακυβέρνησης.  

Λέξεις-κλειδιά: Αστικό πράσινο, αξιολόγηση επικινδυνότητας δέντρων, περιβαλλοντική πολιτική/διακυβέρνηση

Εισαγωγή

Το αστικό πράσινο αναμφίβολα συμβάλλει, ποικιλοτρόπως και σε μεγάλο βαθμό, στη βελτίωση των συνθηκών και της ποιότητας ζωής των κατοίκων των πόλεων. Οι μεγαλουπόλεις όμως αποτελούν ένα εχθρικό περιβάλλον για το πράσινο και ιδίως για τα δέντρα (Βάσσιος 2024). Συνεπώς, ένα δέντρο που φύεται στο πεζοδρόμιο εντός του αστικού περιβάλλοντος, δεν αναπτύσσεται εξίσου καλά σε σχέση με ένα αντίστοιχο στο φυσικό περιβάλλον. Οι διαφορές αφορούν τόσο στο υπέργειο τμήμα, όσο και στο ριζικό σύστημα (Εικόνα 1) (Barcelona City Council 2017).
Εικόνα 1. Ανάπτυξη δέντρου στο φυσικό περιβάλλον (αριστερά) και στο αστικό περιβάλλον (δεξιά) 

Ειδικότερα για το ριζικό σύστημα, μια δενδροδόχος ικανοποιητικών διαστάσεων π.χ. 1,50 μ. × 1,00 μ., προσφέρει σε ένα μικρού έως μετρίου μεγέθους δέντρο περίπου το 10 με 25% του χώρου που χρειάζεται αυτό για να αναπτυχθεί επαρκώς. Επιπλέον, το έδαφος είναι συμπιεσμένο και με σημαντική έλλειψη θρεπτικών στοιχείων, νερού και οξυγόνου (Pokorny 2003). Κατά τη διάρκεια των διαφόρων σταδίων του κύκλου ζωής τους, τα δέντρα έχουν να αντιμετωπίσουν αρκετές και διάφορες απειλές (καιρικές συνθήκες, μυκητολογικές και εντομολογικές προσβολές κ.τ.λ.), οι οποίες αναπόφευκτα επηρεάζουν τη ζωτικότητά τους (Barcelona City Council 2017). Επίσης, συχνά εμφανίζουν διάφορα ελαττώματα ή αλλιώς σφάλματα δομής δηλαδή αυξητικές ακανονιστίες που επιδρούν στην εμφάνιση και στις ιδιότητες του ξύλου, όπως π.χ. αποκλίσεις από την τυπική εξωτερική μορφή (κλίση, κάμψη, γονατοειδής βάση, διχάλωση, κωνικομορφία, διόγκωση βάσης) (Εικόνα 2) (Βουλγαρίδης 2015).

  
Εικόνα 2. Αποκλίσεις από την τυπική μορφή

 Άλλες βασικές κατηγορίες σφαλμάτων είναι οι ραγάδες, η στρεψοΐνια, οι μεταχρωματισμοί και οι ακανονιστίες από πληγώσεις (Βουλγαρίδης 2015). Ο Pokorny (2003), ομαδοποιεί τα σφάλματα σύμφωνα με την Εικόνα 3:

 
 Εικόνα 3. Κατηγορίες σφαλμάτων

Ένα δέντρο με ελαττώματα, δεν θεωρείται επικίνδυνο εκτός και αν υπάρχει εντός ορισμένης ακτίνας κάποιος «στόχος» που δύναται να επηρεαστεί (άνθρωποι, οχήματα, υποδομές κ.λπ.), ή γενικά μια «περιοχή με στόχους» (Albers & Hayes 1993, Pokorny 2003), συνδυαστικά και με την επίδραση του ανέμου και των κατακρημνισμάτων (Βάσσιος 2024). Η ακτίνα αυτή λογίζεται συνήθως ίση με το ύψος του δέντρου, ενώ όταν πρόκειται για τμήμα δέντρου που έχει σφάλματα π.χ. κορυφή, τότε η ακτίνα είναι ίση με το μήκος του τμήματος (Albers & Hayes 1993, USDA Forest Service 2014) (Εικόνα 4).

 
Εικόνα 4. Περιοχή που επηρεάζεται από πιθανή πτώση δέντρου (αριστερά) ή από πιθανή πτώση τμήματος δέντρου (δεξιά)

Εκτός όμως των δομικών σφαλμάτων, σημαντικές παράμετροι που επηρεάζουν τη σταθερότητα των δέντρων είναι το ύψος και ο δείκτης λυγερότητας (αναλογία ύψους προς στηθιαία διάμετρο), αλλά και παράμετροι που σχετίζονται με την κόμη του δέντρου όπως λ.χ. η ασυμμετρία κόμης ή το μήκος κόμης. Εξάλλου, το ύψος και η κόμη πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη κατά την επιλογή δέντρων για φύτευση στα πεζοδρόμια και γενικά όπου υπάρχει περιορισμένος χώρος. Π.χ. στη Βαρκελώνη, δεν φυτεύονται δέντρα σε πεζοδρόμια με πλάτος μικρότερο των 2,50 μέτρων, ενώ τηρούνται κάποιες συγκεκριμένες αποστάσεις μεταξύ δέντρων και στύλων φωτισμού αλλά και μεταξύ κόμης δέντρων και μπαλκονιών (Βάσσιος 2024).

Ως επικίνδυνο (hazardtree) ορίζεται ένα δέντρο το οποίο, λόγω σφαλμάτων, ενδέχεται να πέσει ή να αποκολληθεί κάποιο τμήμα του, προκαλώντας έτσι τραυματισμό ανθρώπων ή/και καταστροφή περιουσιών/υποδομών. Πιο απλά, επικίνδυνο δέντρο = δέντρο με σφάλματα + στόχος (Albers & Hayes 1993).  

Γενικότερα, η αξιολόγηση/εκτίμηση της επικινδυνότητας (riskassessment) γίνεται συνδυάζοντας δύο βασικές μεταβλητές, (α) την πιθανότητα να προκύψει η ανεπιθύμητη κατάσταση και (β) τη σοβαρότητα των συνέπειών της. Επειδή δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν αντικειμενικές και ακριβείς τιμές για αυτές τις μεταβλητές, ουσιαστικά πρόκειται για υποκειμενική εκτίμηση και όχι για υπολογισμό της επικινδυνότητας, βάσει μιας κλίμακας για την πιθανότητα και μιας για τη σοβαρότητα από τις οποίες προκύπτει μια κλίμακα για την επικινδυνότητα. Μπορεί να επιλεγεί οποιαδήποτε κλίμακα που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εκτίμησης, αλλά γενικά προτείνεται η κλίμακα να είναι απλή με σχετικά μικρό εύρος τιμών (Ταργουτζίδης 2020), ώστε τελικά μια άυλη έννοια όπως η «αξιολόγηση επικινδυνότητας» να αναπαρασταθεί όσο καλύτερα γίνεται για να ερευνηθεί (Βάσσιος 2024, Βάσσιος 2025). Στην Εικόνα 5, παρουσιάζεται ένα ενδεικτικό υπόδειγμα για την «ποιοτική» αξιολόγηση επικινδυνότητας ως συνδυασμός της πιθανότητας και της σοβαρότητας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2015).

 
Εικόνα 5. «Ποιοτική» αξιολόγηση επικινδυνότητας

Για την αξιολόγηση ειδικότερα της επικινδυνότητας δέντρων σε σχέση με τα σφάλματα δομής που αυτά εμφανίζουν, σαφώς και δίνονται κάποιες κατευθύνσεις και ντιρεκτίβες π.χ. δέντρα με έλκη τα οποία επηρεάζουν περισσότερο από το 40% του κορμού, προτείνεται να απομακρύνονται. Σίγουρα όμως δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες καθώς δέντρα με κλίση μεγαλύτερη των 45º,αν και εκ πρώτης θεωρούνται πολύ επικίνδυνα, παρόλα αυτά αν έχουν αναπτυχθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό αυτή την κλίση, δεν απαιτείται να απομακρυνθούν άμεσα αλλά να παρακολουθούνται συχνά. Επιπλέον, τα σφάλματα επιδεινώνονται κατά τη διάρκεια του χρόνου (Pokorny 2003).

Βασική μέθοδος αξιολόγησης της επικινδυνότητας των δέντρων είναι η Οπτική Μέθοδος (Visual Tree Assessment) (Βάσσιος 2024). Οι διαχειριστές του αστικού πρασίνου, έχουν τις γνώσεις αλλά και την εμπειρία να αναγνωρίσουν τις εξωτερικές αυξητικές ακανονιστίες αλλά και τα συμπτώματα αυτών (Pokorny 2003). Τα δομικά σφάλματα ελέγχονται και αξιολογούνται οπτικά ως προς το είδος, το μέγεθος, τη θέση και την ένταση (Αδαμόπουλος & Βουλγαρίδης 2012). Η αξιολόγηση θα πρέπει να ξεκινήσει από πολυσύχναστους χώρους, όπου φύονται δέντρα με ελαττώματα κοντά σε πιθανούς «στόχους» (Pokorny 2003). Σαφώς και όλα τα σφάλματα δεν μπορούν να εντοπιστούν, να διορθωθούν ή να εξαλειφθούν, πόσο μάλλον κάποιες εσωτερικές σήψεις του κορμού και της ρίζας που δεν είναι ορατές και η ανίχνευσή τους απαιτεί διερεύνηση με ειδικά όργανα τα οποία βασίζονται στις ακουστικές ιδιότητες του ξύλου, σε υπέρηχους, στην αντίσταση του ξύλου στη διάτρηση κ.λπ. (Pokorny 2003, Αδαμόπουλος & Βουλγαρίδης 2012). Η χρήση όμως αυτών των οργάνων, προϋποθέτει κατάλληλα καταρτισμένους χειριστές. Επιπλέον, είναι ακριβά, σχετικά πολύπλοκα, ενώ ορισμένα από αυτά «τραυματίζουν» τα δέντρα για τη λήψη δείγματος ξύλου. Επιπρόσθετα, χρειάζεται αυτά τα όργανα να δοκιμαστούν σε αντιπροσωπευτικό αριθμό ειδών ανά την επικράτεια, για να εξαχθούν ασφαλή και συγκρίσιμα αποτελέσματα βάσει κάποιας μεθοδολογίας και συγκεκριμένων προδιαγραφών, και έτσι να μην προκύπτουν παρερμηνείες. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να βρεθούν όλα τα δέντρα με σοβαρά ελαττώματα τα οποία «απειλούν» πολίτες, περιουσίες, υποδομές κ.τ.λ., ο στόχος των αρμόδιων Υπηρεσιών θα πρέπει να είναι ο εντοπισμός περί του 80% εξ αυτών. Επίσης, υψηλής προτεραιότητας δέντρα είναι κάποια «προβληματικά» είδη λ.χ. λεύκες που φύονται στα πεζοδρόμια, αλλά και αυτά που βρίσκονται πολύ κοντά προς το τέλος του κύκλου ζωής τους. Εφόσον πραγματοποιηθούν συστηματικοί έλεγχοι και στη συνέχεια γίνουν οι κατάλληλες επεμβάσεις στα συγκεκριμένα δέντρα, είναι εφικτό να επιτευχθεί ο προαναφερόμενος στόχος (Pokorny 2003). Οι βασικοί τρόποι για τη μείωση ή την εξάλειψη της επικινδυνότητας των αστικών δέντρων, αφορούν (α) στην απομάκρυνση του «στόχου» ή/και στον αποκλεισμό του χώρου όπου αυτά φύονται, (β) στο κλάδεμα και (γ) στην αφαίρεση του δέντρου (Pokorny 2003, Vassios 2026).

Γενικά, υπάρχουν διάφορα εργαλεία (φόρμες) οπτικής αξιολόγησης της επικινδυνότητας. Ενδεικτικά, παρουσιάζεται η φόρμα «Hazard Tree Rating» που περιλαμβάνει συνολικά τρεις μεταβλητές, οι οποίες συνδυάζονται μέσω ενός πίνακα διπλής εισόδου ώστε να βαθμολογηθεί (αξιολογηθεί) εύκολα και γρήγορα η επικινδυνότητα (Εικόνα 6).

Εικόνα 6. Πίνακας αξιολόγησης επικινδυνότητας δέντρων

Οι μεταβλητές της φόρμας είναι (i) Failurepotential (Ενδεχόμενο πτώσης) με εύρος τιμών από 1 έως 4, (ii) Targetvalue (Κατηγορία στόχου) με εύρος τιμών από 1 έως 3 και (iii) Damagepotential (Ενδεχόμενο ζημιάς) με εύρος τιμών από 1 έως 3. Η Βαθμολογία κινδύνου (Hazardtreerating) προκύπτει από το άθροισμα της βαθμολογίας που δίνεται σε κάθε μία από τις τρεις μεταβλητές, με εύρος από 3 έως 10. Δέντρα με βαθμολογία 9 ή 10, θεωρούνται πολύ επικίνδυνα. Εκτός των προαναφερόμενων μεταβλητών, η φόρμα περιλαμβάνει και τη μεταβλητή Correctiveactions (Διορθωτικές επεμβάσεις) δηλαδή ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν για να μειωθεί ή να αρθεί η επικινδυνότητα. Συνοπτικά, οι πιθανές διορθωτικές επεμβάσεις είναι: Καμία ενέργεια, Κλάδεμα συντήρησης, Αυστηρό κλάδεμα, Κοπή, Απαγόρευση πρόσβασης μέχρι να μειωθεί/αρθεί η επικινδυνότητα, «Αποκλεισμός» του χώρου (Guyon et al. 2017). Βέβαια, η εφαρμογή στην πράξη τέτοιων ξενόγλωσσων εργαλείων, προϋποθέτει τη μετάφραση, την προσαρμογή και τη στάθμισή τους στα ελληνικά, εφαρμόζοντας την κατάλληλη μεθοδολογία (Βάσσιος 2026).

Η αντίληψη της ασφάλειας ή των αποδεκτών επιπέδων κινδύνου, είναι κάποιες φορές πιο ισχυρή από την πραγματική κατάσταση ενός δέντρου. Οι διαχειριστές του πρασίνου των πόλεων (υπάλληλοι του Δήμου, αιρετοί κ.λπ.), συχνά παίρνουν αποφάσεις που βασίζονται στην άσκηση της τοπικής πολιτικής, τα συναισθήματα, καθώς και τις γενικότερες αντιλήψεις για την ασφάλεια. Προκειμένου να ληφθούν αντικειμενικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με την ασφάλεια των δέντρων, πρέπει αυτά να αξιολογούνται συχνά για το επίπεδο κινδύνου που παρουσιάζουν. Σαφώς και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δημόσια ευθύνη για τυχόν ζημιές και τραυματισμούς από πτώσεις δέντρων. Υπάρχουν κοινότητες που θεωρούν ότι η διαχείριση των δέντρων πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε ο κίνδυνος να είναι μηδενικός. Οι προσπάθειες όμως για την επίτευξη μηδενικού κινδύνου, γίνονται δαπανηρές με την πάροδο του χρόνου λόγω πρόωρων αφαιρέσεων δέντρων, συχνότερων αντικαταστάσεων δέντρων, αλλά και της απώλειας των περιβαλλοντικών ωφελειών που προσφέρουν τα δέντρα μεγάλων διαστάσεων. Οι υπεύθυνοι πρέπει να υλοποιήσουν και να εφαρμόσουν μια διάφανη πολιτική διαχείρισης της επικινδυνότητας των δέντρων, μέσα από κάποιο συγκεκριμένο και ξεκάθαρο πρόγραμμα αναφορικά λ.χ. με τους στόχους, τις διαδικασίες, το χρονοδιάγραμμα και τα χρήματα που θα δαπανηθούν, στο οποίο δύναται να συμμετέχουν εθελοντές, πάντα υπό την επίβλεψη και την καθοδήγηση των δημοτικών γεωτεχνικών υπάλληλων. Η διαδικασία ανάπτυξης και εφαρμογής του προγράμματος, θα προκύψει από την αλληλεπίδραση μεταξύ των επαγγελματιών που τα διαχειρίζονται, της κοινωνίας, καθώς και των υπευθύνων λήψης αποφάσεων (π.χ. πολιτικοί). Ζωτικής σημασίας παράγοντες για την ομαλή υλοποίηση του προγράμματος είναι (i) οι διαθέσιμοι χρηματικοί πόροι και (ii) η ενημέρωση των πολιτών για τις μεθόδους αξιολόγησης της επικινδυνότητας αλλά και τις ενέργειες που απαιτούνται για τη μείωση/εξάλειψη αυτής. Το εμπλεκόμενο προσωπικό, θα πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένο και παράλληλα να υποστηρίζεται σε ό,τι αφορά τις προτεινόμενες επεμβάσεις στα δέντρα, πάντα υπό το πρίσμα της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Το πρόγραμμα θα πρέπει να παρακολουθείται συστηματικά, κυρίως αναφορικά με το αν επιτεύχθηκαν οι στόχοι ως προς την ασφάλεια των κατοίκων, καθώς και την ευρωστία και τη βιωσιμότητα των δέντρων, ώστε να επαναπροσδιοριστεί εφόσον κάτι τέτοιο κριθεί απαραίτητο. Και σε αυτή τη διαδικασία, επιβάλλεται να συμμετέχουν ενεργά και οι πολίτες (Pokorny 2003).   

Επίλογος

Εργαλεία (φόρμες) οπτικής αξιολόγησης της επικινδυνότητας δέντρων, προτείνεται να επισυνάπτονται στις Τεχνικές Εκθέσεις γεωτεχνικών που απαιτούνται για την έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας σχετικά με την κοπή δέντρων σε αστικούς κοινόχρηστους χώρους όπου δεν εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία. Εκτός της έντυπης φόρμας, θα είναι χρήσιμο να υλοποιηθεί κάποια ψηφιακή εφαρμογή στην οποία θα μπαίνει και φωτογραφία του δέντρου, με πιθανή διασύνδεση αυτής με το GIS του εκάστοτε Δήμου. Εφόσον προκύψει μια τέτοια βάση δεδομένων, μπορεί η αξιολόγηση να βοηθηθεί σημαντικά από την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Κατά τη χρήση εργαλείων οπτικής (μακροσκοπικής) αξιολόγησης επικινδυνότητας δέντρων, σαφώς και οι εκτιμήσεις είναι υποκειμενικές καθώς βασίζονται στην εμπειρία και την κριτική ικανότητα του κάθε αξιολογητή. Συνεπώς, στις περιπτώσεις όπου προκρίνονται ως διορθωτικές επεμβάσεις το πολύ αυστηρό κλάδεμα ή η κοπή, καλό είναι να πραγματοποιηθεί επαναξιολόγηση. Ειδικότερα για περιπτώσεις κοπής δέντρων, η πρόταση μπορεί να προκύπτει πλειοψηφικά από κάποια αρμόδια Επιτροπή που θα απαρτίζεται από τους κατάλληλους δημόσιους και ιδιωτικούς δρώντες. Στο πλαίσιο μιας ορθής περιβαλλοντικής πολιτικής και διακυβέρνησης, θα πρέπει να υπάρξει (α) ενημέρωση, από τον Δήμο, όλων των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με το πρόγραμμα διαχείρισης της επικινδυνότητας των αστικών δέντρων που πρόκειται να εφαρμοστεί π.χ. μέθοδοι αξιολόγησης, εμπλεκόμενο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, κόστος των προτεινόμενων επεμβάσεων κ.ά., ώστε και αυτά να συμβάλλουν στην επίλυση του προβλήματος και να μην αποτελούν εμπόδιο στη λύση τού και (β) δυνατότητα συμμετοχής όλων στη λήψη των αποφάσεων. 

Βασικοί τρόποι για τη μείωση ή την άρση της επικινδυνότητας των αστικών δέντρων, είναι το κλάδεμα ή η κοπή. Εναλλακτικά όμως, θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν συνεργασίες των Υπηρεσιών Πρασίνου των Δήμων με Πανεπιστημιακά ή Ερευνητικά Ιδρύματα για την υλοποίηση πιλοτικών δράσεων που θα αφορούν (i) στον χειρισμό δέντρων με μεγάλης έντασης και έκτασης σήψεις και κοιλότητες π.χ. με «σφράγισμα» των συγκεκριμένων πηγών εισόδου υγρασίας, μυκήτων, βακτηρίων κ.λπ., ή/και (ii) τη στήριξη (propping, bracing, cabling) δέντρων με πολλαπλές και έντονες ακανονιστίες που φύονται σε πάρκα, ώστε να διερευνηθεί αν με αυτούς τους τρόπους μπορεί να ελαττωθεί σημαντικά ο κίνδυνος πτώσης δέντρων ή κλαδιών, συνδυαστικά με ανάλυση κόστους-οφέλους (cost-benefit analysis) ή ανάλυση κινδύνου-οφέλους (risk-benefit analysis). Εξάλλου, κατά τη διαχείριση της επικινδυνότητας των δέντρων θα πρέπει να συνυπολογιστούν οι κίνδυνοι, τα οφέλη, το κόστος, καθώς και το αισθητικό αποτέλεσμα ώστε να επιλεγούν οι βέλτιστες λύσεις ως προς τις διορθωτικές ενέργειες, σύμφωνα πάντα και με τις περιβαλλοντικές αρχές της «πρόληψης», της «αειφορίας», της «προστασίας» και της «αντιστάθμισης». Ειδικότερα για το κόστος, αξίζει να διερευνηθεί αν υπάρχει «προθυμία πληρωμής» (willingness to pay-WTP) των πολιτών, ώστε μέρος τού να καλυφθεί από αυτούς ως χρήστες μιας περιβαλλοντικής υπηρεσίας, εν προκειμένω του αστικού πρασίνου, υπό το πρίσμα της αρχής «ο χρησιμοποιών πληρώνει» (user pays principle) η οποία είναι παραλλαγή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» (polluter pays principle) και έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση πολιτικής «πληρωμών για οικοσυστημικές υπηρεσίες» (payments for ecosystems services-PES).  

Τα δέντρα είναι ζωντανοί οργανισμοί που αποτελούν θεμελιώδη «δομικά» στοιχεία για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής στο αστικό περιβάλλον, αλλά και για την προσαρμογή των πόλεων στην κλιματική αλλαγή. Είναι γεγονός ότι το αστικό πράσινο προσφέρει πολλαπλά οφέλη. Βέβαια, στις ελληνικές πόλεις όπου ο δημόσιος χώρος προκύπτει ως περίσσευμα της ανοικοδόμησης και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να δημιουργηθούν νέοι χώροι πρασίνου μεγάλης σχετικά έκτασης, οι διαχειριστές θα πρέπει, εφαρμόζοντας νέα μοντέλα συνεργασίας δημόσιας διοίκησης-κοινωνίας-ιδιωτικού τομέα-επιστημονικής κοινότητας, να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν την κατάλληλη πολιτική σχεδιασμού, συντήρησης και προστασίας του πρασίνου. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, επιβάλλεται να ενσωματωθεί και κάποιο πρόγραμμα αξιολόγησης της επικινδυνότητας των αστικών δέντρων που θα περιλαμβάνει, διαδοχικά, την αναγνώριση των κινδύνων, την εκτίμηση της επικινδυνότητας και, φυσικά, την αντιμετώπιση. Αυτοί που έχουν την εξουσία και την αρμοδιότητα να λάβουν τις αποφάσεις, θα πρέπει να συνεργαστούν με πολίτες και γενικά με ομάδες «συμφερόντων» μέσα από διαβουλεύσεις, συμμετοχικά εργαστήρια κ.τ.λ., για να αποφασιστεί ποιος θα είναι τελικά ο αποδεκτός υπολειπόμενος κίνδυνος ώστε να μην αφαιρεθούν αδιακρίτως όλα τα μεγάλα δέντρα στον αστικό ιστό υπό τον φόβο των πτώσεων. Τα μικρά δέντρα που θα «κληθούν» να αντικαταστήσουν δέντρα μεγάλων διαστάσεων, θα αργήσουν αρκετά να αντισταθμίσουν το περιβαλλοντικό ισοζύγιο. Εξάλλου, η κλιματική αλλαγή δεν ευνοεί την ανάπτυξη των νεοφυτεμένων δέντρων και στην πράξη οι φυτεύσεις είναι προσωρινή λύση που απλώς φαίνεται καλή στα social media αλλά δεν λύνει το πρόβλημα, αφού αποτελεί πρόσκαιρη «παυσίπονη» επέμβαση που απλά «αγοράζει» λίγο χρόνο. Σαφώς και πρέπει να υπάρχει επιστημονική βάση ως προς την επιλογή κατάλληλων, ανθεκτικών και προσαρμοσμένων στο τοπικό κλίμα ειδών, αλλά και εξασφάλιση πόρων για πότισμα, λίπανση, κλάδεμα διαμόρφωσης κόμης, φυτοπροστασία κ.λπ., ώστε να αναπτυχθούν σωστά τα νέα δέντρα και να μην χρειάζονται άμεσα επαναφυτεύσεις που αυξάνουν το κόστος και οδηγούν σε μια «σισύφεια» διαχείριση. Επιπλέον, όλες αυτές οι δράσεις επιβάλλεται να συνδεθούν με τις τοπικές κοινότητες για να ενισχυθεί ο συμμετοχικός σχεδιασμός. Όταν βέβαια είναι να φυτευτούν ή να επαναφυτευτούν δέντρα σε πεζοδρόμια ή γενικά όπου ο χώρος είναι περιορισμένος, κρίνεται σκόπιμο να συνυπολογίζονται οι διαστάσεις και το σχήμα που θα έχουν αυτά σε πλήρη ανάπτυξη, ώστε να είναι αρμονική η συνύπαρξη μεταξύ βλάστησης και αστικής υποδομής. Η κακή επιλογή ειδών δέντρων αλλά και των σημείων όπου αυτά φυτεύτηκαν, σε συνδυασμό με την απουσία προγραμμάτων (α) εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης για το αστικό πράσινο όπως π.χ. εκδηλώσεις σε σχολεία, ημερίδες και συνέδρια, έκδοση φυλλαδίων και εγχειριδίων, καμπάνιες ενημέρωσης και (β) διαχείρισης της επικινδυνότητας, οδήγησε σε έλλειψη «σεβασμού» προς τα δέντρα αλλά και σε «δεντροφοβικές» αντιλήψεις και συμπεριφορές.    

Βιβλιογραφία

Αδαμόπουλος, Σ., & Βουλγαρίδης, Η. (2012). Ποιότητα και μεταβλητότητα της δομής του ξύλου σε σχέση με την αξιοποίησή του. Στο Α. Παπαγεωργίου, Γ. Καρέτσος και Γ. Κατσαδωράκης (Επιμ.), Το δάσος. Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση (σ. 213-227). Αθήνα: WWF Ελλάς. 

Albers, J., & Hayes, E. (1993). How to detect, assess and correct hazard trees in recreational areas. Minnesota: Minnesota Department of Natural Resources. 

Barcelona City Council (2017). Trees for life. Master Plan for Barcelona’s trees 2017-2037. Barcelona: Barcelona City Council.

Βάσσιος, Δ. (2024). Καταγραφή και αξιολόγηση επικινδυνότητας δέντρων στο αστικό περιβάλλον: Ανάπτυξη εργαλείου μέτρησης και διερεύνηση σχέσεων και εξαρτήσεων μεταξύ μεταβλητών. Στο Γ. Αραμπατζής, Μ. Διαμαντοπούλου, Σ. Ματσιώρη και Σ. Ταμπάκης (Επιμ.), Δασικό περιβάλλον και ανάπτυξη. Τόμος προς τιμήν Νικολάου Ανάγνου (σ. 194-202). Θεσσαλονίκη: Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ. 

Βάσσιος, Δ. (2025). Αξιοπιστία και εγκυρότητα ερωτηματολογίου: Στατιστικά και αλγεβρικά κριτήρια ελέγχου. Νέος Παιδαγωγός Online, 48, 218-228.

Βάσσιος, Δ. (2026). Λειτουργικοποίηση και μέτρηση εννοιών στην εκπαιδευτική και στην κοινωνική έρευνα: Χρήση του κατάλληλου εργαλείου μέτρησης. Νέος Παιδαγωγός Online, 52, 289-296.

Βουλγαρίδης, Η. (2015). Ποιότητα και χρήσεις ξύλου. Αθήνα: ΣΕΑΒ.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2015). Προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στους τομείς της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της φυτοκομίας και της δασοκομίας. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Guyon, J., Cleaver, C., Jackson, M., Saavedra, A., & Zambino, P. (2017). A guide to identifying, assessing, and managing hazard trees in developed recreational sites of the Northern Rocky Mountains and the Intermountain West. USA: United States Department of Agriculture.

Pokorny, J. (2003). Urban tree risk management: A community guide to program design and implementation. USA: USDA Forest Service. 

Ταργουτζίδης, Α. (2020). Εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου στους χώρους εργασίας. Αθήνα: ΕΛΙΝΥΑΕ.

USDA Forest Service (2014). Field guide for hazard-tree. Identification and mitigation on developed sites in Oregon and Washington forests. USA: USDA Forest Service.

Vassios, D. (2026). Tree risk assessment in the urban environment of the Municipality of Thessaloniki: Comparison of results between two evaluation forms. International Journal of Humanities and Social Science Invention, 15(2), 7-13.


Ο Δ. Βάσσιος είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΤΕ/Δασολόγος MSc PhD, υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης κλάδου/ειδικότητας ΠΕ Περιβάλλοντος, vassiosd@gmail.com, 6949080144