Οικονομική κρίση, Ευρωπαϊκή Ένωση και περιβαλλοντική υποβάθμιση

Συγγραφέας: 

Σε πρόσφατο άρθρο – τοποθέτηση, η Διεθνής Περιβαλλοντική Οργάνωση WWF[1] συνδυάζει την οικονομική με την περιβαλλοντική κρίση, ασκεί κριτική στην οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της Ελληνικής κρίσης, αλλά το σημαντικότερο ίσως είναι ότι για πρώτη φορά διατυπώνει με τόση σαφήνεια την οπισθοχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε έναν τομέα που ως τώρα ήταν πρωτοπόρος, αυτόν της περιβαλλοντικής προστασίας.

Σύμφωνα με τους συντάκτες του κειμένου: «Από τον Μάιο του 2010, όταν εγκρίθηκε το πρώτο πακέτο διάσωσης για την Ελλάδα από το τρίο των δανειστών ΕΕ / ΔΝΤ / ΕΚΤ, η κρίση έχει εξαπλωθεί σε μεγάλα τμήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και οι αιτίες και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης διαφέρουν μεταξύ των χωρών, η συνταγή είναι ομοιόμορφη: λιτότητα και περικοπές του προϋπολογισμού, περιβαλλοντική απορρύθμιση, συρρίκνωση του τομέα της δημόσιας διοίκησης που ασχολείται με το περιβάλλον, πιέσεις στους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο. Μεγαλύτερη έκπληξη, ωστόσο, αποτελεί η απροθυμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να τηρήσει τη δική της περιβαλλοντική νομοθεσία. Γιατί τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής που επιβάλλονται στις υπερχρεωμένες χώρες δεν επεξεργάζονται σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία για τη στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων; Οι πραγματικές επιπτώσεις τους στο φυσικό κεφάλαιο της Ευρώπης εξακολουθούν να ξεφεύγουν από τα οικονομικά ραντάρ της Κομισιόν»! 

Κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο άρθρο σημειώνει μια ιστορική στροφή στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ουσιαστικά υποδηλώνει ότι η Ευρωπαϊκή πολιτική για το περιβάλλον δεν αναπτύσσεται σύμφωνα με κάποιες καλά εδραιωμένες πολιτικές και περιβαλλοντικές αξίες, αλλά εξαρτάται άμεσα από τις κυρίαρχες πολιτικές οικονομικής ανάπτυξης και φυσικά έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Εάν αυτές οι περιβαλλοντικές αξίες έρχονται σε σύγκρουση με τη γνωστή, βρώμικη και συγκεντρωτική ανάπτυξη που γνωρίσαμε τα μεταπολεμικά χρόνια και που παρά τη διαπίστωση των ορίων της και της αποτυχίας της, επιλέγεται και πάλι για την έξοδο από την κρίση που η ίδια δημιούργησε, αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό την παρούσα σύνθεσή της!

«Στην θλιβερή πραγματικότητα της εντεινόμενης οικονομικής κρίσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η στυγνή εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος θεωρείται από τα πληττόμενα κράτη μέλη ως μια γρήγορη λύση, λύση για την ταχεία οικονομική ανάκαμψη. Μετά από δεκαετίες τεράστιων δαπανών σε ένα μη-βιώσιμο, μη-αειφόρο οικονομικό και αναπτυξιακό μοντέλο, η πολιτική απάντηση της ΕΕ είναι ουσιαστικά μια συνταγή για μια πολύ πιο βαθιά και μακροπρόθεσμη περιβαλλοντική κρίση». Δηλαδή, αυτό που διαπιστώνουν οι συντάκτες δεν είναι μια απλή αστοχία των κρατών-μελών που έχουν βρεθεί στη δίνη της οικονομικής κρίσης, υπό την πίεση του πανικού, αλλά η συνειδητή πίεση της ίδιας της Κομισιόν για περισσότερο στυγνή εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος, ως απάντηση για έξοδο από την κρίση! Πρόκειται δηλαδή για συνειδητή κατεδάφιση του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού κεκτημένου. Μπορεί αυτό να αφορά προς το παρόν περισσότερο τις υπό κρίση χώρες, αλλά όσο οι συνταγές της λιτότητας και της στυγνής περιβαλλοντικής εκμετάλλευσης γενικεύονται, υπό Γερμανική καθοδήγηση, τόσο θα γίνεται πιο αντιληπτός ο αμετάκλητος χαρακτήρας τους και στις υπόλοιπες χώρες και στο υπόλοιπο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα – ή σε ότι έχει απομείνει από αυτό.

Για την Ελλάδα, βέβαια, το τίμημα είναι βαρύτατο. «Στην Ελλάδα, οι τομείς πολιτικής που έχουν επηρεαστεί πιο αρνητικά σχετίζονται με την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την περιβαλλοντική αδειοδότηση κατασκευαστικών και αναπτυξιακών έργων, όπως και με την προστασία δασικών και παράκτιων οικοσυστημάτων. Οι περικοπές του προϋπολογισμού και η πολιτική αδιαφορία έχουν προκαλέσει την κατάρρευση του εθνικού συστήματος προστατευόμενων περιοχών. Κανονιστική αβεβαιότητα και συνεχείς αλλαγές στις πολιτικές τιμολόγησης έχουν φέρει την βιομηχανία ανανεώσιμων μορφών ενέργειας σχεδόν σε εξαφάνιση. Έμφαση δίνεται τώρα σε "βρώμικα" έργα, όπως η έρευνα για κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ευρέως διαφημισμένη ως το μαύρο-χρυσό μέλλον της Ελλάδας, η περαιτέρω εκμετάλλευση άνθρακα και λιγνίτη και η εξόρυξη χρυσού. Πρόσφατα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος κυκλοφόρησε ένα σχέδιο νόμου το οποίο αποχαρακτηρίζει τεράστιες εκτάσεις που καλύπτονται με μεσογειακά δάση, ανοίγοντας το δρόμο για μια αμφιλεγόμενη και εξαιρετικά επιζήμια μορφή ανάπτυξης σε πολύτιμες οικολογικά εκτάσεις».

Όσον αφορά την ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας, οι συζητήσεις για την Πτολεμαϊδα 5 και για επικείμενες εξορύξεις πετρελαίου στο Κατάκολο ή στο Κρητικό Πέλαγος, σηκώνουν ρίγη συγκίνησης για την «έξοδο από την κρίση» μέσα από επενδύσεις και «ανάπτυξη». Μερικά «προβληματάκια» ρύπανσης, μεγαλύτερης παραγωγής αερίων του θερμοκηπίου και πιθανών θαλάσσιων ατυχημάτων, δεν φαίνονται ικανά να φτάσουν στις σελίδες προβληματισμού των μεγάλων εφημερίδων. Τη Δευτέρα 11 Νοεμβρίου ξεκίνησε στη Βαρσοβία ο νέος γύρος συζητήσεων του Πρωτοκόλλου του Κιότο, με τους νεκρούς από τον τυφώνα Χαϊγιάν να ξεπερνούν τους 10.000 στις Φιλιππίνες[2]. Κορυφαία προτεραιότητα των συζητήσεων αποτελεί η δημιουργία ενός συστήματος αποζημιώσεων των φτωχότερων κρατών για τις καταστροφές που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή[3]. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή σπάνια πλέον αναφέρεται από κορυφαίους πολιτικούς στο Λονδίνο, την Ουάσιγκτον, το Τόκιο ή το Παρίσι. Η Πολωνία που φιλοξενεί τη διάσκεψη, θα τη χρησιμοποιήσει για να διαφημίσει τη βιομηχανία άνθρακα που διαθέτει[4]!

Υπάρχουν και άλλα ανησυχητικά σημάδια στις ευρωπαϊκές πολιτικές. Η ίδια η Κομισιόν παραδέχεται ότι υπάρχουν προβλήματα σε διάφορους τομείς πολιτικής και πρόσφατα ανέλαβε την πρωτοβουλία “REFIT-Fit for Growth”[5]. Εντός των αντικειμένων που επιλέχθηκαν για «ελέγχους καταλληλότητας» (fitness checks) περιλαμβάνονται και οι εξαγωγές αποβλήτων, το δίκτυο Natura 2000, ολόκληρο το ευρωπαϊκό κεκτημένο για την υγεία και την ασφάλεια στους χώρους εργασίας, τα καταναλωτικά δικαιώματα, η διατροφική νομοθεσία και η προστασία των θαλάσσιων οργανισμών. Ωστόσο, οργανώσεις όπως το WWF και πάλι εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν οι συγκεκριμένοι έλεγχοι θα οδηγήσουν σε αυστηροποίηση ή σε χαλάρωση των συγκεκριμένων πολιτικών[6]. Για το δίκτυο Natura 2000, για παράδειγμα, η συγκεκριμένη οργάνωση αναφέρει την οπισθοχώρηση που παρατηρήθηκε απέναντι σε αναπτυξιακά έργα με βαρύ αποτύπωμα σε περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι τα πρότυπα εκπομπών καυσαερίων για τα αυτοκίνητα και η πολιτική για τα χημικά της ΕΕ «δυστυχώς, αποτελούν δύο τομείς της νομοθεσίας που είναι υπό την άμεση απειλή περιβαλλοντικής οπισθοχώρησης».

Υπάρχει όμως κάποια εναλλακτική κατεύθυνση για την Ελλάδα και την Ευρώπη ή ζούμε στον αυταρχισμό της ανυπαρξίας επιλογής; Η διαμόρφωση μιας κατάλληλης εναλλακτικής λύσης, τελικά, πιστεύω ότι θα είναι και το στοίχημα της γενιάς μας. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μια πλήρως επεξεργασμένη αντιπρόταση. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί βαθιά μου πεποίθηση ότι καμιά πλέον προοπτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την περιβαλλοντική διάσταση.

Το άρθρο του WWF σκιαγραφεί κάποιες οικονομικές κατευθύνσεις που θα σέβονται το ελληνικό περιβάλλον. Έμφαση στην πρωτογενή παραγωγή, στον τουρισμό, στην ενέργεια και στη μεταποίηση, πάντα σε οικολογικές κατευθύνσεις, παράλληλα με την τήρηση περιβαλλοντικών στόχων και δεικτών και την αντιμετώπιση βασικών κοινωνικών ελλειμμάτων, όπως η θολή ή ελλιπώς εφαρμοζόμενη νομοθεσία, οι κοινωνικές ανισότητες, η έλλειψη κοινωνικής συμμετοχής στις αποφάσεις της διοίκησης, η διοικητική ανικανότητα, η αδιαφάνεια, η έλλειψη οράματος και νέων ιδεών. Αυτά όμως θα πρέπει να εφαρμοστούν σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο και όχι σε ένα περιβάλλον διαφορετικών εθνικών νομοθεσιών για τη φορολογία, τη φοροδιαφυγή, τη μετανάστευση, τους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές, αλλά και τεράστιων διαφορών οικονομικής ανταγωνιστικότητας, όπου οι πλεονασματικές χώρες μπορούν να πιέζουν ακόμη περισσότερο τις ελλειμματικές χώρες μέσω του υπέρογκου δανεισμού.