Μπορούν τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (Κ.Π.Ε) να επηρεάσουν τη λειτουργία της τυπικής εκπαίδευσης;

Με αφορμή τα είκοσι χρόνια λειτουργίας του Κ.Π.Ε Ελευθερίου Κορδελιού & Βερτίσκου, δημιουργήθηκε η ταινία «για είκοσι χρόνια…» και προβλήθηκε τον Οκτώβρη στη Χαλκίδα, στο 10ο φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ  2016.

Στην ταινία, καθώς παρακολουθούμε τη λειτουργία του Κέντρου ανακαλύπτουμε ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης γίνεται  πεδίο εκπαίδευσης. Στην προσπάθεια δε διερεύνησης  της εικοσάχρονης ιστορίας του Κέντρου, βρίσκουμε στοιχεία του παρελθόντος που καθορίζουν και τη σημερινή του λειτουργία, καταλήγοντας τελικά ότι η μεταρρύθμιση στη εκπαίδευση δε μπορεί να είναι ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά ένα «γεγονός» σε διάρκεια.

Στη συζήτηση που ακολούθησε στο τέλος της προβολής, κάποιοι από τους θεατές φάνηκε  να αγνοούν την ύπαρξη αυτής της «παράλληλης» εκπαιδευτικής δομής, ενώ όσοι την ξέρανε αναρωτήθηκαν πώς θα μπορούσε να συντελέσει σε ζητούμενες αλλαγές στο σχολείο. Την ταινία μπορείτε να την παρακολουθήσετε στη διεύθυνση https://youtu.be/XuJ6_OhixMY.

Η σκηνοθέτης της ταινίας Δέσποινα Σουβατζή  έδωσε την παρακάτω συνέντευξη στην οργανωτική επιτροπή του φεστιβάλ:

  • Πόσο εμφανής είναι η αλλαγή που έχει επέλθει στο Κ.Π.Ε αυτά τα είκοσι χρόνια;

Τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης  (Κ.Π.Ε.) ως εκπαιδευτικές δομές μη τυπικής εκπαίδευσης, λειτουργούν μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που καθορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, όμως ο χαρακτήρας τους προσδιορίζεται αφενός από τις τοπικές συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να λειτουργήσουν (αστικού ή επαρχιακού τύπου κέντρα), αφετέρου και κυρίως από την Παιδαγωγική τους Ομάδα, η οποία  διαμορφώνει  και εφαρμόζει όλο το  εκπαιδευτικό πρόγραμμα  που  «παράγει» για να υποστηρίξει τη δουλειά  των σχολείων και των εκπαιδευτικών.

Στην ταινία συνοπτικά παρουσιάζονται εκπαιδευτικά προγράμματα του Κ.Π.Ε.  Ελευθερίου Κορδελιού & Βερτίσκου,  που λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη, τα οποία  επιδιώκουν την εμπλοκή «φορέων» της πόλης στην εκπαίδευση των μαθητών, ώστε η ίδια η πόλη  να γίνεται  πεδίο εκπαίδευσης για τους μαθητές, με στόχο τη δημιουργία «μιας βιώσιμης πόλης». Όμως, αν παρακολουθήσει κανείς  την ιστορική αναδρομή της λειτουργίας του Κ.Π.Ε. από τις συνεντεύξεις  Υπεύθυνων των Παιδαγωγικών Ομάδων που  κατά καιρούς στελέχωσαν το συγκεκριμένο Κέντρο, θα αντιληφτεί ότι,  ενώ από την αρχή «ψαχνότανε» για το πως θα λειτουργήσουν, ταυτόχρονα άρχισαν να διαμορφώνουν ένα «χαρακτήρα» που έδωσε  έμφαση στις «βιωματικές μεθόδους μάθησης». Αργότερα περάσανε «στη συστημική προσέγγιση» της κριτικής παιδαγωγικής, ανιχνεύοντας θεωρητικά τις δομές και τους θεσμούς που εμπλέκονται στη δημιουργία ενός περιβαλλοντικού ζητήματος και της ίδιας της πραγματικότητας όπως μας γίνεται αντιληπτή και φτάνουν σήμερα στην επιδίωξη της συνεργασίας με φορείς της πόλης, μεταστρέφοντας  την εκπαίδευση από μία «ιδρυματική διαδικασία» σε μια «κοινωνική διαδικασία».Υπάρχει δηλαδή μια συσσωρευτική εμπειρία  που οδηγεί  και «μετασχηματίζει»  τη λειτουργία του Κέντρου. Αυτή  η εξελικτική πορεία  θα έλεγα, δεν είναι παντού και πάντα μονόδρομος προς το καλύτερο για όλα τα Κ.Π.Ε.

  • Πόσο σημαντική είναι η λειτουργία παρόμοιων εκπαιδευτικών κέντρων για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και τη χώρα γενικότερα;

Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης λειτουργούν σε όλη τη  χώρα, περίπου ένα σε κάθε νομό, στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη χρειάζονται σίγουρα  περισσότερα από ένα. Πολλά Κ.Π.Ε. παράγουν πολύ αξιόλογη δουλειά και θα τολμούσα να πω ότι σε μεγάλο βαθμό έχουν επηρεάσει  τη δουλειά μέσα στα σχολεία, δίνοντας γνώση και έμφαση σε νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις, ώστε η δουλειά των εκπαιδευτικών να γίνεται πιο αποτελεσματική. Ύστερα από είκοσι χρόνια λειτουργίας αυτού του θεσμού, ίσως χρειάζεται η αξιολόγηση του έργου που παράγουν και νομίζω  η  ενίσχυση  και η υποστήριξη του. 

  • Η εκπαίδευση είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται και εκτός των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Πιστεύετε ότι στον τομέα αυτό πάσχει η νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας;

“Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο μέσα στο σχολείο”, όπως λέει  η  Διευθύντρια του Πειραματικού Σχολείου μέσα στην ταινία και “πολλές φορές είναι πιο αποτελεσματική η εκπαίδευση έξω από την τάξη”  όπως λέει ένας άλλος εκπαιδευτικός εκφράζοντας ίσως την αποδοχή μιας αλήθειας. Όμως πολλοί γονείς βλέπουν “καχύποπτα”  τις διαδικασίες «μη τυπικής εκπαίδευσης» προσκολλημένοι στη βαθμοθηρία και στα «ποσοτικά»  και όχι στα «ποιοτικά» αποτελέσματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Από την άλλη μεριά, πολλοί εκπαιδευτικοί  συνεχίζουν να αισθάνονται πιο ασφαλείς  με τη μετωπική διδασκαλία και το ένα βιβλίο, ενώ οι «ανοιχτές» διαδικασίες εκπαίδευσης απαιτούν άλλου είδους ετοιμασία στη δουλειά τους.